5/12/11

Δουλεία και δούλοι στην Αγία Γραφή

Στην Παλαιά Διαθήκη
Η δουλεία, γνωστή και στους Ισραηλίτες από τα πανάρχαια χρόνια, είχε αρκετά ήπια μορφή και ο Μωσαϊκός Νόμος προέβλεπε ευεργετικές διατάξεις για τους δούλους. Αν, για παράδειγμα ο δούλος ήταν Εβραίος, έπρεπε ο κύριός του να τον αφήσει ελεύθερο τον έβδομο χρόνο χωρίς καμιά εξαγορά (Έξοδος 21:2).
Αν όμως ο δούλος δεν ήθελε να εγκαταλείψει το αφεντικό του, έπρεπε να προβεί σε δημόσια ομολογία. Τότε γινόταν σχετική διαδικασία μπροστά στους κριτές και ο δούλος παρέμενε ισόβια ενωμένος με την οικογένεια που υπηρετούσε, αφού πρώτα δεχόταν να του τρυπήσουν το αυτί. Αυτό αποτελούσε σημάδι της συμφωνίας και για να τον ξεχωρίζει από τους άλλους δούλους (Έξοδος 21:5-6, Δευτερονόμιο 15:16-17).
Αν, πάλι, κάποιος Ισραηλίτης πτώχευε και αναγκαζόταν να πουληθεί σε κάποιον ομογενή του, ο Νόμος έλεγε: «Δεν θα επιβάλλεις σ’ αυτόν δουλεία δούλου» (Λευιτικό 25:39).
Εκτός από το 7ο έτος που γινόταν η απελευθέρωση ενός δούλου, ήταν και το 50ο, που ελευθερώνονταν όχι μόνο οι δούλοι, αλλά και τα κτήματα που κατακρατούνταν για τα χρέη κλπ. Αυτό ήταν το γνωστό Ιωβηλαίο έτος.[1]
Οι αλλογενείς δούλοι των Εβραίων απολάμβαναν κι αυτοί την ίδια ήπια μεταχείριση και μπορούσαν να παίρνουν μέρος στις θρησκευτικές γιορτές των κυρίων τους, αφού πρώτα υποβάλλονταν σε περιτομή (Έξοδος 12:43-44).
Σε όλες τις περιπτώσεις που ο Μωσαϊκός Νόμος δίνει λεπτομερείς διατάξεις για τους Ισραηλίτες δούλους, τονίζεται από τη Βίβλο: «Επειδή, δούλοι μου είναι αυτοί, που έβγαλα από τη γη της Αιγύπτου. Δεν θα πουλιούνται, καθώς πουλιέται ο δούλος» (Λευιτικό 25:42). Και πάλι: «Επειδή, οι γιοι του Ισραήλ είναι δούλοι σε μένα. Δούλοι μου είναι, τους οποίους έβγαλα από τη γη της Αιγύπτου. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας» (Λευιτικό 25:55).
Η ανάμνηση της δουλείας στην Αίγυπτο στάθηκε εφιαλτική στους Ισραηλίτες. Η απελευθέρωσή τους είχε στοιχίσει τόσες ταλαιπωρίες αλλά και τόσες θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού. Και όταν πια ήταν ελεύθεροι από κάθε ξένο κύριο, έπρεπε να νιώθουν ηθικά δεσμευμένοι με τον ελευθερωτή τους.
Στο σημείο αυτό ακριβώς βρίσκεται η μεταστροφή της συνείδησης του λαού Ισραήλ από την εμπειρία της απελευθέρωσης, που αυθόρμητα υποβάλλει σ’ έναν ολόκληρο λαό την ηθική υποχρέωση να αφοσιωθεί θεληματικά στον ελευθερωτή του.
Κάτι τέτοιο ήταν άγνωστο ανάμεσα στα ειδωλολατρικά έθνη. Οι Ισραηλίτες βγήκαν από το πιο φλογερό καμίνι της δουλείας και ήξεραν τι θα πει εξουθένωση, σωματική και ψυχική, από έναν σκληρό και ειδωλολάτρη αφέντη.
Είναι αξιοσημείωτο, ότι για πρώτη φορά που αναφέρεται η έννοια δούλος στη Βίβλο, αναφέρεται σαν κατάρα: «Κι όταν ο Νώε συνήλθε από το κρασί του, έμαθε όσα έκανε σ’ αυτόν ο γιος του ο νεότερος. Και είπε: Επικατάρατος ο Χαναάν, θα είναι δούλος των δούλων στους αδελφούς του» (Γένεση 9:24-25).
Όταν όμως η εμπειρία της δουλείας στα ατομικά πάθη του ανθρώπου μεταστρέφεται σε ηθικό δεσμό με Εκείνον που χαρίζει την απολύτρωση από τα πάθη, τότε στη συνείδηση του λυτρωμένου θεμελιώνεται μια άλλη έννοια δουλείας (αντίρροπη της πρώτης), που έχει ηθική και τιμητική σημασία, γιατί καταξιώνει τον άνθρωπο με ανωτερότητα και τον καθιστά ελεύθερη ηθική προσωπικότητα.
Έτσι, ο Θεός αποκαλεί κι αυτόν τον Μωυσή «θεράποντα» (Έξοδος 14:31), γιατί κι αυτός βγήκε από το ίδιο καμίνι της αιγυπτιακής δουλείας, πριν αναλάβει τον ηγετικό ρόλο στους ομοεθνείς του. Όταν, όμως, λιγοψύχησε στην έρημο, τότε ο Θεός αποκάλεσε «δούλο» του τον Χάλεβ: «Αλλά, τον δούλο μου τον Χάλεβ, επειδή έχει μέσα του άλλο πνεύμα και με ακολούθησε εντελώς, αυτόν θα τον φέρω στη γη, στην οποία μπήκε και το σπέρμα του θα την κληρονομήσει» (Αριθμοί 14:24).
Σε άλλες περιπτώσεις, ο Ιησούς του Ναυή λέγεται υπηρέτης ή «θεράπων» του Μωυσή (Έξοδος 24:13, Ιησ. Ναυή 1:1) και ο Ελισσαιέ αναφέρεται ότι «υπηρετούσε» τον Ηλία (Α' Βασιλέων 19:21).
Εδώ πρόκειται για έναν ιδιαίτερα πνευματικό σύνδεσμο, πολύ συνηθισμένο στη Βίβλο, μεταξύ ανθρώπων με ηθικό ανάστημα, που δημιουργούσε ακαταμάχητη έλξη ανάμεσά τους και που συνέχιζε την πνευματική δράση μέσα στο έθνος του Ισραήλ.
Έτσι, στον ηθικό κόσμο της πιστότητας των αρχαίων Ισραηλιτών, στις σχέσεις ανάμεσα στους πνευματικούς ανθρώπους και μεταξύ του Θεού και πιστών ανθρώπων υπάρχει θεμελιωμένη η έννοια της ηθικής εξάρτησης, που παίρνει, χωρίς καμία παρεξήγηση, την ονομασία του δούλου ή του θεράποντα ή του υπηρέτη.
Στην περίπτωση αυτή, η έννοια της δουλείας χάνεται χωρίς καθόλου να ταυτίζεται με εκείνη του Έλληνα ή Ρωμαίου «απελεύθερου». Γιατί ο απελεύθερος συνέχιζε να έχει εξάρτηση από τον άλλοτε κύριό του. Κι αν δεν ήταν συνεπής, μπορούσε να διωχθεί νομικά με τη διαδικασία της λεγόμενης «δίκης αποστασίου».[2]
Η ίδια έννοια της πνευματικής δουλείας, του δούλου του Θεού, μεταπηδά από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή με πολύ πιο πλατύ ορίζοντα και πιο βαθύ νόημα.

Στην Καινή Διαθήκη
Πρώτος που αποκαλεί τον εαυτό του «δούλο», με την ηθική έννοια, είναι ο Συμεών, που με θεία αποκάλυψη δεσμεύτηκε να προσμένει να δει τον Σωτήρα του κόσμου. Και όταν αξιώθηκε να βρεθεί σ’ αυτήν την μακάρια στιγμή, είπε το γνωστό: «Τώρα απολύεις τον δούλο σου, Δέσποτα, με ειρήνη, σύμφωνα με τον λόγο σου, επειδή τα μάτια μου είδαν το σωτήριό σου» (Λουκάς 2:29-30). Είναι αξιοσημείωτο ότι η έννοια της δουλείας στον Θεό γεφυρώνει τις δυο διαθήκες, Παλαιά και Καινή, με συνδετικό κρίκο την προσδοκία του Λυτρωτή του κόσμου. Ο Συμεών είναι ο τελευταίος δούλος του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη και ο πρώτος στην Καινή.
Έπειτα, εκείνος που μίλησε πρώτος στην Καινή Διαθήκη για τη δουλεία, είναι ο Κύριός μας ο Ιησούς Χριστός, που θα τονίσει τον ηθικό ξεπεσμό του ανθρώπου και θα ταυτίσει τον αποστατημένο άνθρωπο με «δούλο της αμαρτίας»: «Ο Ιησούς, λοιπόν, έλεγε στους Ιουδαίους που είχαν πιστέψει σ’ αυτόν: Αν εσείς μείνετε στον δικό μου λόγο είστε αληθινά μαθητές μου και θα γνωρίσετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει. Του αποκρίθηκαν: Σπέρμα του Αβραάμ είμαστε και ποτέ δεν γίναμε δούλοι σε κανέναν. Πώς εσύ λες ότι: Θα γίνετε ελεύθεροι; Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς: Σας διαβεβαιώνων απόλυτα ότι: Καθένας που πράττει την αμαρτία, είναι δούλος της αμαρτίας» (Ιωάννης 8:31-34).
Έπειτα, ο απόστολος Παύλος που είχε την πολύ πικρή εμπειρία από τους διωγμούς, που ο ίδιος οργάνωνε ενάντια στους πρώτους πιστούς του Χριστού, είχε και πολύ πιο ισχυρούς λόγους να μιλάει για τη δουλικότητα του ανθρώπου, που έχει πέσει στο δίχτυ της αμαρτίας, ώστε να τονίσει ιδιαίτερα αυτή τη μετάσταση της δουλείας από την αμαρτία στην υπηρεσία του Θεού: «Δεν ξέρετε ότι σε όποιον παριστάνετε τον εαυτό σας δούλους για υπακοή, είστε δούλοι εκείνου στον οποίον υπακούετε: Ή της αμαρτίας για θάνατο ή της υπακοής για δικαιοσύνη; Ευχαριστία, όμως, ανήκει στον Θεό, επειδή υπήρχατε δούλοι της αμαρτίας, πλην υπακούσατε από καρδιάς στον τύπο της διδασκαλίας, στον οποίον και παραδοθήκατε. Και αφού ελευθερωθήκατε από την αμαρτία, γίνατε δούλοι στη δικαιοσύνη» (Ρωμαίους 6:16-18).
Αυτό το «γίνατε δούλοι» χτυπάει κάπως άσχημα και γι’ αυτό ο απόστολος αισθάνεται την ανάγκη να επαναλάβει τα ίδια πράγματα που είπε παραπάνω προτάσσοντας τη φράση «ανθρώπινα μιλάω». Δηλαδή είναι σαν να θέλει να πει: «ίσως δεν ταιριάζει η φράση που χρησιμοποιώ για τον δούλο και ότι ‘γίνατε δούλοι’». Ίσως θα έπρεπε να αλλάξουμε λεκτικό τρόπο, αλλά μη μας κακοφαίνεται. Η αδυναμία του παλαιού ανθρώπου, που εξακολουθούμε να φέρνουμε μαζί μας, έχει τους κινδύνους της.
Η μετάστασή μας στον κόσμο που έχει για Κύριο τον ίδιο τον Θεό, θα πρέπει να μας θυμίζει το τι ήμασταν άλλοτε κι αυτό να μας φιλοτιμεί να θέλουμε να παραστήσουμε τώρα όλη την ύπαρξή μας εξυπηρετικό όργανο στα χέρια του Θεού.
Γι’ αυτό και συνεχίζει: «Ανθρώπινα μιλάω, εξαιτίας της αδυναμίας της σάρκας σας. Επειδή, καθώς παραστήσατε τα μέλη σας δούλα στην ακαθαρσία και στην ανομία για την ανομία, έτσι τώρα να παραστήσετε τα μέλη σας δούλα στη δικαιοσύνη για αγιασμό» (Ρωμαίους 6:19).
Εφόσον ο ηθικός αγώνας συνεχίζεται και εφόσον εμείς εξακολουθούμε να φέρουμε το επίγειο σκήνωμα, δεν μπορούμε παρά να μη ξεχνάμε το κακόν παρελθόν. Αυτό είναι αρκετή πρόκληση, για να μένουμε πιστοί στον νέο μας Κύριο, αφού αυτός μας ελευθέρωσε από τα πάθη και με ικανοποίηση να νιώθουμε σαν δούλοι, αλλά δούλοι μιας άλλης ποιότητας, αφού αλλιώτική είναι τώρα και η ζωή μας και ο Κύριός μας.
Έτσι πια, εδραιώνεται σταθερά το όνομα του «δούλου του Θεού» με την ποιοτική του μεταβολή μέσα στον χώρο των ανθρώπων, που τους επισκέφθηκε η θεία χάρη. Τώρα πια, η έννοια «δούλος» παίρνει θέση τιμητικού τίτλου και μπαίνει με το όνομα των πιστών κοντά στο όνομα του Χριστού και του Θεού. Έτσι θα το χρησιμοποιήσουν οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης:
α) «Παύλος δούλος του Ιησού Χριστού, καλεσμένος απόστολος...» (Ρωμαίους 1:1).
β) «Παύλος και Τιμόθεος δούλοι[3] του Ιησού Χριστού...» (Φιλιππησίους 1:1).
γ) «Παύλος, δούλος του Θεού, απόστολος δε του Ιησού Χριστού...» (Τίτο 1:1).
δ) «Ιάκωβος, δούλος του Θεού και του Κυρίου Ιησού Χριστού...» (Ιακώβου 1:1).
ε) «Συμεών Πέτρος, δούλος και απόστολος του Ιησού Χριστού...» (Β' Πέτρου 1:1).
ς) «Ιούδας, δούλος του Ιησού Χριστού, αδελφός δε του Ιακώβου...» (Ιούδα 1:1).
ζ) «Η αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, που έδωσε σ’ αυτόν ο Θεός, για να δείξει στους δούλους του... και τα φανέρωσε, στέλνοντας με τον άγγελό του στον δούλο του τον Ιωάννη...» (Αποκάλυψη 1:1).
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι απόστολοι ένιωθαν υπερήφανοι να αποκαλούν τον εαυτό τους δούλο του Χριστού. Μια τέτοια υπερηφάνεια είναι πολύ φυσικό να μη νιώθουν όσοι προβάλλουν για συστατικό τους γνώρισμα το οικόσημο της καταγωγής τους ή τις περγαμηνές της ανθρώπινης σοφίας τους.[3] Η ομολογία της ιδιότητας του δούλου του Θεού ταυτίζεται με βαθιά γνώση της εσωτερικής μεταστροφής του ανθρώπου, που δεν μπορεί να κρατήσει μυστικά τα αισθήματα ευγνωμοσύνης σ’ Εκείνον που χάρισε μια καινούργια εμπειρία ζωής.
Η καινούργια αυτή εμπειρία ζωής είναι το κύριο γνώρισμα του δούλου του Θεού. Είναι ακριβώς, αυτό που είπε ο Θεός για τον Χάλεβ, όπως είδαμε πιο πάνω, ότι δηλαδή «έχει μέσα του άλλο πνεύμα».

Ο απόστολος Παύλος δεν κήρυξε πόλεμο κατά της σωματικής δουλείας. Κάτι τέτοιο ήταν πολύ επικίνδυνο να μετατρέψει το κήρυγμα του ευαγγελίου σε αγώνα μόνο για κοινωνική απελευθέρωση. Εξάλλου, ήταν ανάγκη να αποφευχθεί κάθε εμπλοκή, για να γίνει αδάπανο το κήρυγμα της σωτηρίας των ανθρώπων.
Εκείνο για το οποίο αγωνιζόταν, ήταν ο νέος άνθρωπος, η «εν Χριστώ καινούργια κτίση» (Β' Κορινθίους 5:17, Γαλάτες 6:15). Ο αναγεννημένος άνθρωπος θα μπορούσε μόνος του να βρει τον τρόπο να λύσει μεταγενέστερα τα ατομικά και κοινωνικά του προβλήματα, που ένα από αυτά ήταν κι η σωματική δουλεία. Γι’ αυτό λέει: «Επειδή όλοι είστε γιοι του Θεού διαμέσου της πίστης στον Ιησού Χριστό. Δεδομένου ότι, όσοι βαπτιστήκατε στον Χριστό, ντυθήκατε τον Χριστό. Δεν υπάρχει πλέον Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, επειδή όλοι εσείς είστε ένας στον Ιησού Χριστό» (Γαλάτες 3:26-28).
Το πιο μεγάλο πρόβλημα του ανθρώπου είναι η πνευματική του αναγέννηση. Αυτή χαρίζει την ηθική του αποκατάσταση μπροστά στον Θεό, κι αυτή τον βοηθάει να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με κάθε μεμονωμένο άτομο και με την κοινωνία ολόκληρη.
Γι’ αυτό το κήρυγμα της πίστης στον Χριστό δεν μπορεί να αντικατασταθεί με τίποτα, αλλά ούτε και να συγκριθεί ή να συνδεθεί με κάτι άλλο, όσο σπουδαίο κι αν φαίνεται στην ανθρώπινη εκτίμηση.
Αν ο άνθρωπος γινόταν κοινωνικά μόνο ελεύθερος, τίποτα δεν θα μπορούσε να του εγγυηθεί ότι θα αποκτούσε, ταυτόχρονα ή μεταγενέστερα, και την ηθική του απολύτρωση. Αυτό ακριβώς αποδεικνύεται ιστορικά ύστερα από την επίσημη κατάργηση της δουλείας στην Αμερική.
Γι’ αυτό πάλι ο Παύλος θα πει: «Επειδή, όποιος κλήθηκε δούλος στον Κύριο, είναι απελεύθερος του Κυρίου, παρόμοια και όποιος κλήθηκε ελεύθερος, είναι δούλος του Χριστού. Αγοραστήκατε με τιμή, μη γίνεστε δούλοι ανθρώπων. Κάθε ένας, αδελφοί, σε ό,τι κλήθηκε, ας μένει σ’ αυτό μπροστά στον Θεό» (Α' Κορινθίους 7:22-24).
Τα λόγια αυτά θα μπορούσαν να παρεξηγηθούν από έναν θερμόαιμο θιασώτη της κοινωνικής ισότητας των ανθρώπων. Αν όμως καλοσκεφτόταν, θα έβλεπε ότι η θέση που πήρε ο απόστολος Παύλος δικαιώθηκε από την ιστορία.
Ο θερμόαιμος αυτός θιασώτης, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος, θα είχε όλο το δίκιο να αγανακτεί, αν βρισκόταν αντιμέτωπος με τη θεωρία του Αριστοτέλη περί «φύσει δούλου». Κι αν επιχειρούσε να συγκρίνει τη χριστιανική λύση του Παύλου με εκείνη την αρχαιοελληνική, θα διαπίστωνε ότι η χριστιανική στάση εξουδετέρωσε το πρόβλημα της δουλείας χωρίς κοινωνική αναταραχή, αλλά με την ηθική επανάσταση του ατόμου κατά της ηθικής δουλείας.
Με την προσωπική του λύτρωση, ένας αληθινός Χριστιανός δε νιώθει μόνο ελεύθερος σαν μονάδα, αλλά και κοινωνικά αποκαταστημένος μέσα στο σύνολο των λυτρωμένων, που είναι μέλη του σώματος του Χριστού, δηλαδή της Εκκλησίας.
Γι’ αυτό πάλι, θα πει ο απόστολος Παύλος: «Επειδή, καθώς το σώμα είναι ένα και έχει πολλά μέλη, όλα όμως τα μέλη του ενός σώματος, ενώ είναι πολλά, είναι ένα σώμα, έτσι και ο Χριστός. Επειδή, όλοι εμείς βαπτιστήκαμε διαμέσου του ενός Πνεύματος σε ένα σώμα, είτε Ιουδαίοι είτε Έλληνες είτε δούλοι είτε ελεύθεροι και όλοι βαπτιστήκαμε σε ένα Πνεύμα» (Α' Κορινθίους 12:12-13).

Παρ’ όλες τις φυλετικές διαφορές που χωρίζουν τα έθνη μεταξύ τους, και την κακία που κάνει τους ανθρώπους να μισούνται, υπάρχει μια παγκόσμια πνευματική οικογένεια, που εύκολα μπορεί να οραματιστεί ο άνθρωπος σε μια ευγενική του έξαρση.
Η αρχαία ελληνική φιλολογία, από τον Όμηρο μέχρι τον Θεόκριτο, αποκαλεί τον Δία «πατέρα».[4]
Στην Παλαιά Διαθήκη, ο Μωυσής παραπονείται κατά του σκληροτράχηλου Ισραήλ: «Δεν είναι αυτός (δηλαδή, ο Θεός) ο πατέρας σου, που σε εξαγόρασε; Αυτός, που σε έπλασε και σε διαμόρφωσε;» (Δευτερονόμιο 32:6).
Ο προφήτης Ησαΐας θα προσευχηθεί: «Επίβλεψε από τον ουρανό, και δες από την κατοικία της αγιότητάς σου και της δόξας σου... Εσύ, βέβαια, είσαι ο Πατέρας μας... εσύ, Κύριε, είσαι ο Πατέρας μας, Λυτρωτής μας είναι το όνομά σου από τον αιώνα» (63:15-16).
Και ο Δαβίδ θα προσευχηθεί με τα λόγια: «Ευλογητός εσύ, Κύριε, ο Θεός του Ισραήλ, ο πατέρας μας, από τον αιώνα και μέχρι τον αιώνα» (Α' Χρονικών 29:10).
Στην Καινή Διαθήκη, ο Κύριός μας μίλησε σε πολλές περιπτώσεις για τον Ουράνιο Πατέρα του και Πατέρα μας (Ματθαίος 5:16, 6:1, 23:9, Ιωάννης 20:17, κλπ.) και ιδιαίτερα για τον Πατέρα στη μοναδική σχέση της θεότητας με τον Υιό (Ματθαίος 11:27), που γι’ αυτό «οι Ιουδαίοι ζητούσαν περισσότερο να τον θανατώσουν, επειδή... έλεγε τον Θεό και δικό του πατέρα, κάνοντας τον εαυτό του ίσον με τον Θεό» (Ιωάννης 5:18).
Ύστερα από τη μακραίωνη ευγενική του έξαρση, το ανθρώπινο πνεύμα, που επικαλείτο τη θεϊκή πατρότητα, έφτασε στην εποχή που είχε πια ολοφάνερη την πατρική συγκατάβαση του Θεού με την αποστολή του Υιού στον κόσμο.
Η ιστορική αυτή στιγμή στάθηκε κρίσιμη για την τύχη των ανθρώπων αν θα δέχονταν να μπουν στη μεγάλη οικογένεια του ουράνιου Πατέρα ή όχι.
Οι άρχοντες του Ισραήλ, αλλά και πολλοί άλλοι, επίσημοι ή ανεπίσημοι, σπουδαίοι ή αφανείς, πλούσιοι ή φτωχοί, σοφοί ή αμαθείς σκόνταψαν και εξακολουθούν να σκοντάφτουν πάνω στη θεία συγκατάβαση, ακριβώς, γιατί δεν θέλουν να απαλλαγούν από τη δουλεία της αμαρτίας.
Γι’ αυτούς, φυσικά, θα πει ο Χριστός: «Καθένας που πράττει την αμαρτία, είναι δούλος της αμαρτίας. Και ο δούλος δεν μένει πάντοτε μέσα στο σπίτι, ο γιος μένει πάντοτε. Αν, λοιπόν, ο Υιός σας ελευθερώσει, θα είστε πραγματικά ελεύθεροι» (Ιωάννης 8:34-36).
Έτσι, και μόνον έτσι, η μεταστροφή του ανθρώπου από την ηθική δουλεία της αμαρτίας στην πίστη του Χριστού τον αποκαθιστά ελεύθερο μέσα στην παγκόσμια πνευματική οικογένεια.
Οι αρχαίοι Έλληνες ένιωθαν πολύ άσχημα για μια συνύπαρξη με τους βαρβάρους. Με πολλές δυσκολίες και με τη βία, μόλις που κατόρθωσε ο Αλέξανδρος να σπάσει αυτή τη σοβινιστική πρόληψή τους, και πάλι, όχι αποτελεσματικά.
Όταν ο απόστολος Παύλος ήρθε στην Αθήνα, έψαχνε να βρει συνδετικό κρίκο, που θα γεφύρωνε το φυλετικό χάσμα Ελλήνων και Εβραίων. Σαν τέτοιο στάθηκε κάποιος στίχος του στωικού ποιητή Κλεάνθη «επειδή και δικό του γένος είμαστε» (Πράξεις 17:28).[5]
Ένας δούλος σε αρχαία ελληνική οικογένεια, που ήταν για πάντα ενωμένος μαζί της, κατά κανόνα ήταν βάρβαρος και λεγόταν οικέτης. Ο οικέτης δεν μπορούσε να ελευθερωθεί, όπως μπορούσε ο δούλος που χρησίμευε για άλλες δουλειές. Αλλά και οι δύο τους (οικέτης και δούλος) δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ισότιμα μέλη της οικογένειας στην οποία ανήκαν.
Η παγκόσμια όμως οικογένεια του Θεού, που κλείνει μέσα της δούλους του Χριστού, έχει ακέραιη τη συνείδηση της αδελφοσύνης και της ισοτιμίας όλων των μελών μεταξύ τους. Και η αδελφοσύνη αυτή εκτείνεται στην αιωνιότητα.
Αν η ανθρώπινη δουλεία χώρισε την ανθρωπότητα κάποτε, και ίσως ακόμα τη χωρίζει, σε αντιμαχόμενες μερίδες, αυτό προερχόταν και εξακολουθεί να προέρχεται από την ανθρώπινη κακία. Η αμαρτία χτύπησε αλύπητα την ανθρωπότητα σαν μια οικογένεια. Η διαστρεμμένη βούληση του ανθρώπου συντηρεί το κακό τροφοδοτώντας τον εγωισμό του, που στάθηκε πάντοτε το ενδόσιμο της αμαρτίας.
Τώρα, όμως, που ο Υιός του Θεού ελευθερώνει κάθε άνθρωπο που πιστεύει σ’ Αυτόν, τον καθιστά και κοινωνικά ελεύθερο και τον επαναφέρει στην παγκόσμια οικογένεια, που είναι η εκκλησία των λυτρωμένων. Γι’ αυτό πάλι, θα πει ο απόστολος Παύλος: «Ξεντυθήκατε τον παλιό άνθρωπο, μαζί με τις πράξεις του και ντυθήκατε τον καινούργιο, αυτόν που ανακαινίζεται σε επίγνωση, σύμφωνα με την εικόνα εκείνου που τον έκτισε, όπου δεν υπάρχει Έλληνας και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και μέσα σε όλα είναι ο Χριστός» (Κολοσσαείς 3:9-11).
Αυτός, όμως, ο Χριστός, «ο οποίος είναι εικόνα του αόρατου Θεού, πρωτότοκος κάθε κτίσης» (Κολοσσαείς 1:15), το «απαύγασμα της δόξας και ο χαρακτήρας της υπόστασής του» του Θεού (Εβραίους 1:3), ο «γεμάτος χάρη και αλήθεια» (Ιωάννης 1:14), για να φέρει σε πέρας το λυτρωτικό έργο του ανθρώπου πρώτα έπρεπε να εγκαταλείψει τη θεία δόξα, να κατέβει στη γη, να γίνει άνθρωπος και να πάρει μορφή δούλου. «Ο οποίος ενώ υπήρχε σε μορφή Θεού, δεν νόμισε αρπαγή το να είναι ίσα με τον Θεό, αλλά κένωσε τον εαυτό του, παίρνοντας μορφή δούλου, αφού έγινε όμοιος με τους ανθρώπους, και καθώς βρέθηκε κατά το σχήμα ως άνθρωπος, ταπείνωσε τον εαυτό του, γινόμενος υπάκουος μέχρι θανάτου, θανάτου μάλιστα σταυρού» (Φιλιππησίους 2:6-8).
Ώστε βλέπουμε ότι στην Καινή Διαθήκη δούλος έγινε ακόμα και ο ίδιος ο Υιός του Θεού, για να σώσει την ανθρωπότητα. Κάτι τέτοιο οι αρχαίοι Έλληνες θα το θεωρούσαν βέβηλο και πολύ αταίριαστο για τους θεούς που πίστευαν. Αυτούς που έπλασαν με τη φαντασία τους «κατ’ εικόνα» και ομοιότητά τους και που τους φόρτωσαν τα πάθη τους και ό,τι θεωρούσαν κολακευτικά στην αξιοπρέπειά τους.
Κι όμως για τον Θεό της αγάπης αποτελούσε βασική προϋπόθεση και προανάκρουσμα θεϊκό της σωτηρίας του ανθρώπου.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Ο όρος «Ιωβηλαίο» είναι εξωβιβλικός και δεν τον συναντάμε στις Εβραϊκές Γραφές. Σημαίνει «ήχος κέρατος», δηλαδή σάλπισμα, γιατί η μέρα του Ιωβηλαίου άρχιζε με τα βούκινα, που διαλαλούσαν το γεγονός όλη την ημέρα.
[2] Ένας Έλληνας δούλος που απελευθερωνόταν, λεγόταν απελεύθερος. Δεν ήταν όμως απόλυτα ελεύθερος. Είχε την υποχρέωση να εξακολουθεί να έχει προστάτη τον άλλοτε κύριό του. Σε περίπτωση που θα επιδίωκε να αλλάξει πάτρωνα, τότε ο πρώην κύριός του είχε δικαίωμα να του κάνει «δίκη αποστασίου».
[3] Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι συνεργάτες των αποστόλων στην Καινή Διαθήκη δεν λέγονται δούλοι εκείνων με τους οποίους συνεργάζονται, όπως γινόταν με τους συνεργάτες των προφητών στην Παλαιά Διαθήκη, όπως είδαμε. Εδώ ο Παύλος και ο Τιμόθεος λέγονται και οι δυο δούλοι Χριστού. Βλέπουμε και στην επιστολή προ Κολοσσαείς (4:12): «Σας χαιρετάει ο Επαφράς, ο οποίος είναι από σας, ο δούλος του Χριστού...».
[4] «...πατήρ ανδρών τε και θεών τε» (Όμηρος Α 544), «πατέρ’ Ουρανιδάν εγχεικέραυνον Ζήνα» (Πίνδαρος Πυθ. Δ’ 194), «Ζευς πατήρ επ’ ασπίδος σταδαίος ήσται» (Αισχύλος Επ. Θ. 512), «ο των απάντων Ζευς πατήρ Ολύμπιος» (Σοφοκλής Τραχ. 275), «Ζευ πάτερ και θεοί» (Αριστοφάνης Αχαρν. 255), «τήνον (εκείνον) και μακάρεσσι πατήρ ομότιμον έθηκεν αθανάτοις» (Θεόκριτος 16).
[5] Ο Κλεάνθης χρησιμοποιεί τη φράση: «Εκ σου γαρ γένος εσμέν». Ο Παύλος τροποποιεί την έκφραση σε τρίτο πρόσωπο.

4/12/11

Dietrich Bonhöffer

Αν θα μπορούσε ποτέ να δικαιολογηθεί η αντίσταση στην πολιτική εξουσία, αυτή θα ήταν η αντίσταση του Dietrich Bonhöffer. Αν θα μπορούσε ποτέ να δικαιωθεί η απόπειρα δολοφονίας του κυβερνήτη ενός έθνους, θα ήταν η απόπειρα του Bonhöffer και των συντρόφων του συνωμοτών. Ο Bonhöffer αντιστάθηκε στην τερατώδη ναζιστική Γερμανία. Ο ίδιος και οι σύντροφοί του συνωμότες έκαναν μια απόπειρα κατά της ζωής του ανθρώπου της αμαρτίας, του Φύρερ, του Αδόλφου Χίτλερ.
Πάνω σ’ αυτή την αντίσταση με αποκορύφωμα την απόπειρα της δολοφονίας του Χίτλερ, επικεντρώνεται ένα θαυμάσιο βιβλίο, που έγραψε ο ελληνοαμερικανός συγγραφέας Έρικ Μεταξάς με τίτλο, «Bonhöffer: Πάστορας, Μάρτυρας, Προφήτης, Κατάσκοπος» (το βιβλίο υπάρχει μόνο στα αγγλικά). Ο υπότιτλος είναι «Ένας Ενάρετος Χριστιανός ενάντια στο Γ' Ράιχ».
Ο Dietrich Bonhöffer ήταν ο Γερμανός Διαμαρτυρόμενος θεολόγος και κληρικός που εναντιώθηκε στον Χίτλερ και τη ναζιστική του Γερμανία ευθύς εξαρχής. Δυο μέρες αφού ο Χίτλερ έγινε ο «δημοκρατικά εκλεγμένος καγκελάριος της Γερμανίας» στις 30 Ιανουαρίου του 1933, ο Dietrich Bonhöffer έδωσε ένα ραδιοφωνικό μήνυμα στο οποίο διακήρυττε ότι η ιδέα της ηγεσίας που ήταν ενσωματωμένη στο αξίωμα του Χίτλερ ως Φύρερ (απόλυτη κυριαρχία) ήταν ειδωλολατρία.
Ο Bonhöffer μαζί με τον ποιμένα Martin Niemöller και άλλους, ίδρυσαν στη Γερμανία την «Ομολογούσα Εκκλησία», σε αντιδιαστολή κι αντίθεση με τους «Γερμανούς Χριστιανούς», τον κύριο όγκο της Γερμανικής Διαμαρτύρησης, που άνανδρα, αδιάντροπα και με ζήλο έπαιξαν το ρόλο πόρνης στην κτηνωδία του Χίτλερ.
Για τον Bonhöffer η μαθητεία στον Χριστό (το θέμα ενός από τα περίφημα βιβλία του «Το κόστος της Μαθητείας») απαιτούσε δράση ενάντια στον φαύλο Χίτλερ που κατέστρεφε τη Γερμανία, διέβρωνε την εκκλησία και εξόντωνε τους Εβραίους. Η δράση αυτή πήρε μορφή το 1944 στην απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ με την έκρηξη βόμβας κοντά στον Γερμανό ηγέτη. Με διαταγή του ίδιου του Χίτλερ, οι γερμανικές αρχές εκτέλεσαν τον Bonhöffer με απαγχονισμό τον Απρίλιο του 1954.
Σήμερα, ουσιαστικά όλη η Διαμαρτύρηση θεωρεί τον Bonhöffer ως ένα χριστιανό μάρτυρα, έναν που πέθανε τίμια για χάρη της ομολογίας του Ιησού Χριστού. Αυτή είναι η άποψη για τον Bonhöffer, σ' αυτήν την καλογραμμένη συναρπαστική βιογραφία από τον Έρικ Μεταξά.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Η ζωή του Bonhöffer είναι συναρπαστική για τον θεολόγο. Ο Bonhöffer σπούδασε κάτω από φημισμένους λόγιους: τον διακεκριμένο φιλελεύθερο Adolf von Harnack, τον μεγάλο λουθηρανό λόγιο Karl Holl και τον διάσημο Αμερικανό θεολόγο Reinhold Niebuhr. Όμως ο θεολόγος με τη μεγαλύτερη επιρροή στη θεολογική σκέψη του Bonhöffer ήταν ο Karl Barth. Οι δυο τους ήταν φίλοι. Ο Barth συνέγραψε την Barmen Declaration, διακήρυξη και επίσημη ομολογία της γερμανικής Ομολογούσας Εκκλησίας. Η διακήρυξη απέρριπτε «τη λαθεμένη θεωρία ότι η Πολιτεία, πάνω και πέρα από την ειδική της αποστολή, θα έπρεπε και θα μπορούσε να γίνει ο μόνος και ολοκληρωτικός κανόνας της ανθρώπινης ζωής, εκπληρώνοντας έτσι και τη θεϊκή κλήση της εκκλησίας». Απέρριπτε επίσης την άποψη ότι η εκκλησία θα έπρεπε να γίνει «όργανο της Πολιτείας».
Αν και το βιβλίο δεν παρέχει καμιά κριτική πάνω στη θεολογία του Bonhöffer, είναι προφανές ότι η θεολογία αυτού του μαθητή του Karl Barth ήταν μια νέο-ορθοδοξία που απέρριπτε τον ορθολογιστικό φιλελευθερισμό του von Harnack στη Γερμανία και του Emerson Fosdick στην Αμερική. Ομολογούσε την ανάσταση του Ιησού από τους νεκρούς, επέμενε σε μια ζωή πολυδάπανης μαθητείας στον αναστημένο Ιησού, σε αντίθεση με τη «φτηνή χάρη» και ακόμα προτιμούσε το κήρυγμα των φονταμενταλιστών στην Αμερική από εκείνο των φιλελεύθερων, την εποχή της διαμάχης φονταμενταλιστών/μοντερνιστών.
Για ένα κήρυγμα του διαβόητου φιλελεύθερου Harry Emerson Fosdick στην Εκκλησία Riverside στη Νέα Υόρκη, έγραφε ο Bonhöffer: «Τελείως ανυπόφορο... Το σύνολο ήταν μια αξιοσέβαστη, μαλθακή, αυτάρεσκη θρησκευτική τελετουργία. Αυτό το είδος ειδωλολατρικής θρησκείας αναστατώνει τη σάρκα που είναι συνηθισμένη να παραμένει κάτω από τον έλεγχο του Λόγου του Θεού. Τέτοια κηρύγματα οδηγούν προς τον φιλελευθερισμό, την περιαυτολογία, την αδιαφορία. Δεν ξέρουν οι άνθρωποι ότι μπορεί κάποιος να τα καταφέρει το ίδιο καλά, ή ίσως και καλύτερα, χωρίς τη ‘θρησκεία’;... Ίσως οι Αγγλοσάξονες να είναι πραγματικά περισσσότερο θρησκευόμενοι από όσο εμείς, αλλά σίγουρα δεν είναι περισσότερο Χριστιανοί, τουλάχιστον, αν ακόμα έχουν τέτοια κηρύγματα».
Αργότερα, εκείνη την ίδια Κυριακή, ο Bonhöffer παρακολούθησε την ομιλία του φονταμενταλιστή McComb, στην Πρεσβυτεριανή Εκκλησία του Μπροντγουέη. Στο κήρυγμα αυτό ο Bonhöffer ανταποκρίθηκε θετικά. «Τώρα η μέρα είχε καλό τέλος... Το κήρυγμα ήταν εκπληκτικό, πάνω στην ‘ομοιότητά μας με τον Χριστό’. Ένα τελείως βιβλικό κήρυγμα».
Στη διάρκεια της παραμονής του στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1930, για να σπουδάσει στο Union Theological Seminary, ο Bonhöffer πέρασε αυτήν την καταστροφική κριτική πάνω στη φιλελεύθερη θεολογία και κηρυγματική: «Στη Νέα Υόρκη κηρύττουν ουσιαστικά για το κάθε τι. Μόνο ένα πράγμα δεν αναφέρεται, ή αναφέρεται τόσο σπάνια που μέχρι τώρα δεν έχω κατορθώσει να το ακούσω και αυτό είναι το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, ο σταυρός, η αμαρτία και η συγχώρηση, ο θάνατος και η ζωή».
Χαρακτηριστική της τάσης του φιλελευθερισμού στο να παραβλέπει το κακό κατηγορώντας τους άλλους (ιδιαίτερα στις ΗΠΑ), ήταν η συνηγορία του Fosdick για τον Χίτλερ. Γράφει σχετικά ο Μεταξάς: «Ο Fosdick ήταν ένας από τους πιο εύγλωττους υποστηρικτές του Χίτλερ. Προασπιζόταν την ηθική ισοδυναμία που υποστήριζε ότι το φαινόμενο του Χίτλερ και του φασισμού ήρθε στην ύπαρξη εξαιτίας των λαθών της Αμερικής και της πολιτικής της».
Ο Bonhöffer ήταν ένας άνθρωπος θάρρους μέσα σ’ ένα έθνος και σε μια εκκλησία δειλών. Με τόλμη απέρριπτε τον Χίτλερ και τον Εθνικοσοσιαλισμό. Με τόλμη υπερασπιζόταν τους Εβραίους. Με τόλμη καλούσε την εκκλησία να είναι εκκλησία. Με τόλμη παρακινούσε τους αδύναμους συνεργάτες του, όχι μόνο μέσα στην κίβδηλη εκκλησία των «Γερμανών Χριστιανών», αλλά και μέσα στην Ομολογούσα Εκκλησία, να πάρουν θέση. Με τόλμη επέστρεψε στη Γερμανία από ένα ασφαλές καταφύγιο στο εξωτερικό για να εργαστεί για λογαριασμό της Ομολογούσας Εκκλησίας και να υποφέρει μαζί της. Με τόλμη συνδέθηκε με τη συνωμοσία για τη δολοφονία του Χίτλερ και με γενναιότητα προχώρησε προς τον θάνατό του, νωρίς ένα πρωινό του Απρίλη του 1945. Καθώς οι εκτελεστές του τον οδηγούσαν πέρα προς την αγχόνη, είπε προς τους συγκρατούμενούς του: «Αυτό είναι το τέλος, για μένα η αρχή της ζωής».
Και ακόμα υπάρχει η στοιχειωμένη αγάπη του Bonhöffer για τη νέα με την οποία ήταν αρραβωνιασμένος, την Maria von Wedemeyer, αλλά που ποτέ δεν θα την παντρευόταν. Τα ερωτικά του γράμματα από τη φυλακή είναι συγκινητικά.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΣ
Η στρατηγική τοποθέτηση του Bonhöffer στο κέντρο της πνευματικής εκκλησιαστικής και φυσικής εναντίωσης στον Χίτλερ, κάνει αυτόν τον απολογισμό της ζωής του πολύτιμο και ελκυστικό, και για τις ιδέες του για τον Χίτλερ, τα πρωτοπαλίκαρά του, τον Εθνικοσοσιαλισμό και το Γερμανικό έθνος που αψηφούσε τον Χίτλερ. Κάποιος που είχε εντρυφήσει αρκετά στη φιλολογία για τον Χίτλερ, τη ναζιστική Γερμανία και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, θα μάθει περισσότερα από αυτό το βιβλίο.
Το κεφάλαιο («Το Αξίωμα του Χίτλερ») που αναφέρεται στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και την έλευση της τρομοκρατικής βασιλείας των Ναζί είναι τόσο διεισδυτικό, όσο και κάθε άλλη περιγραφή που έχω διαβάσει: «Έτσι ο γερμανικός λαός βοούσε για τάξη και ηγεσία. Αλλά ήταν σαν μέσα στην ανοησία της κραυγής τους, να είχαν επικαλεστεί τον ίδιο τον διάβολο, γιατί τότε αναδύθηκε μέσα από το βαθύ τραύμα στην εθνική ψυχοσύνθεση κάτι αλλόκοτο και τρομακτικό και καταναγκαστικό... Ο Φύρερ δεν ήταν κοινός άνθρωπος ή κοινός πολιτικός. Ήταν κάτι τρομακτικό και απολυταρχικό, αυτάρκες και αυτοδικαιούμενο, ο ίδιος του ο πατέρας και θεός του εαυτού του. Ήταν ένα σύμβολο που συμβόλιζε τον εαυτό του, που είχε πουλήσει τον εαυτό του για το Πνεύμα της Εποχής».
Η περιγραφή του συγγραφέα για τον Χίτλερ και τον φιλόσοφό του, τον Φρειδερίκο Νίτσε, αξίζει να αναφερθεί ολόκληρη: «Ο Χίτλερ πρέπει να ονομάζεται Νιτσεϊκός, παρόλο που ίσως θα σηκωνόταν η τρίχα του με τον όρο, μια και υπονοούσε ότι πίστευε σε κάτι πέρα από τον εαυτό του. Αυτό συγκρουόταν με την ιδέα μια ανίκητης φιγούρας του Φύρερ, που κανένας δεν μπορούσε να βρεθεί πιο πάνω από αυτόν. Ωστόσο, ο Χίτλερ επισκέφτηκε το μουσείο του Νίτσε στη Βαϊμάρη πολλές φορές και υπάρχουν φωτογραφίες του που ποζάρει ατενίζοντας εκστατικά μια τεράστια προτομή του φιλοσόφου. Πίστευε ευλαβικά σ’ αυτό που ο Νίτσε έλεγε σχετικά με τη ‘δύναμη της θέλησης’. Ο Χίτλερ λάτρευε τη δύναμη, ενώ η αλήθεια ήταν ένα φάντασμα που ήθελε να αγνοεί. Και ο ορκισμένος εχθρός του δεν ήταν το ψέμα, αλλά η αδυναμία. Για τον Χίτλερ το να είναι αδίσταχτος ήταν μεγάλη αρετή και το έλεος μεγάλο αμάρτημα. Αυτή ήταν η μεγάλη δυσκολία του Χριστιανισμού, ότι παραδεχόταν την πραότητα. Ο Νίτσε ονόμαζε τον Χριστιανισμό ‘τη μία μεγάλη κατάρα, τη μία τεράστια και εσώτερη διαστροφή... τη μία αθάνατη κηλίδα της ανθρωπότητας’».
Ο Bonhöffer ήταν αποφασιστικά αντίθετος σε αυτή τη δαιμονική τοποθέτηση. Σε μια επιστολή του σε κάποιον οικουμενικό κληρικό εκτός Γερμανίας, τον οποίον ο Bonhöffer προέτρεπε δημόσια να εκφραστεί κατά του Χίτλερ και της ναζιστικής Γερμανίας για χάρη της αληθινής εκκλησίας στη Γερμανία, έγραφε: «Θα πρέπει να γίνει τελείως ξεκάθαρο (όσο τρομακτικό κι αν είναι) ότι βρισκόμαστε άμεσα αντιμέτωποι με την απόφαση: Εθνικοσοσιαλισμός ή Χριστιανισμός».
Ο Έρικ Μεταξάς είναι προικισμένος με ένα σπινθηροβόλο ύφος. Γράφει στο βιβλίο του: Η εκλογή του βάναυσου, μανιακού, ακόλαστου Johann Heinrich Ludwig ως επισκόπου των Ναζί της εκκλησίας των «Γερμανών Χριστιανών» ήταν σαν να «είχε γίνει ο Gomer Pyle αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι». Εκείνο το υπόδειγμα συμβιβασμού, ο πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας, τελικά κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας όταν ο Χίτλερ εισέβαλε στην Πολωνία, επειδή «κάποιος δάνεισε στον Τσάμπερλεν ένα σπόνδυλο». Για τον θάνατο του Reinhold Heydrich, δεύτερου μόλις μετά τον Χίτλερ στην ιεραρχία των Ναζί, σε μια εν ψυχρώ δολοφονία, ο Μεταξάς γράφει: «Ο Heydrich ήταν νεκρός... το ξανθό κουνάβι... ο αρχιτέκτονας της ‘Τελικής Λύσης’ έπεσε στα χέρια του Θεού του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ». Ο έξυπνος προπαγανδιστής του Χίτλερ, ο Ιωσήφ Γκέμπελς, περιγράφεται ως «το βαμπιρικό ανθρωπάκι».
ΜΑΡΤΥΡΑΣ;
Ωστόσο, σχετικά με τη θέση του βιβλίου, πρέπει να τεθεί το ερώτημα: Ήταν η φυσική αντίσταση του Bonhöffer προς την κυβέρνηση της ναζιστικής Γερμανίας δικαιολογημένη; Ήταν η απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ συγχωρητέα; Ήταν ο Dietrich Bonhöffer ένας μάρτυρας;
Το ερώτημα δεν είναι χωρίς πρακτική σημασία. Μπορούν οι Χριστιανοί σε παρόμοιες καταστάσεις σήμερα να χρησιμοποιούν τη δύναμη για να ανατρέψουν ένα ασεβές διωκτικό κράτος; Μπορούν οι Χριστιανοί, στο όνομα του Χριστού, μια μέρα να αποπειραθούν τη δολοφονία του Αντίχριστου; Μπορεί η αντίσταση στην πολιτική κυβέρνηση και μάλιστα στην πολιτική κυβέρνηση που έχει έρθει νόμιμα στην εξουσία, να αποτελεί υπακοή στον Χριστό (γνήσια μαθητεία) από τη μεριά των Χριστιανών πολιτών;
Η Γραφή το αρνείται: «Κάθε ψυχή ας υποτάσσεται στις ανώτερες εξουσίες. Επειδή δεν υπάρχει εξουσία παρά μονάχα από τον Θεό. Και οι υπάρχουσες εξουσίες είναι ταγμένες από τον Θεό. Ώστε, εκείνος που εναντιώνεται στην εξουσία, εναντιώνεται στη διαταγή του Θεού. Και αυτοί που εναντιώνονται θα πάρουν επάνω τους καταδίκη» (Ρωμαίους 13:1-2). Η μόνη αναφορά που κάνει ο Μεταξάς σ’ αυτή τη σαφή απαγόρευση για αντίσταση στην πολιτεία, και κατά συνέπεια σίγουρα για δολοφονία της κεφαλής της πολιτείας, είναι μια απόρριψη του κλασικού κειμένου. Σύμφωνα με τον Μεταξά και προφανώς τον Bonhöffer, κάποιος που εφαρμόζει το κεφάλαιο 13 της επιστολής προς Ρωμαίους με τέτοιο τρόπο που να καταδικάζει την αντίσταση στην οποία ο Bonhöffer ήταν αναμειγμένος (την προφανή σημασία του κειμένου!) είναι ένοχος μιας «απλοϊκής κατανόησης του Ρωμαίους 13». Εδώ, η νέο-ορθόδοξη άρνηση του Bonhöffer για τη θεοπνευστία της Γραφής είναι καταφανής.
Ο ίδιος ο Bonhöffer έδειχνε την επίγνωσή του ότι η συνωμοσία κατά της ζωής του Χίτλερ ήταν αμαρτία. Νωρίτερα, ρώτησε τους ηγέτες της Ομολογούσας Εκκλησίας αν «θα πρόσφεραν άφεση για το φόνο ενός τυράννου». Η άφεση είναι αναγκαία μόνο για την αμαρτία. Η μαθητεία κοντά στον Χριστό ποτέ δεν χρειάζεται ούτε απαιτεί άφεση. Όμοια, ο Claus Schenk von Stauffenberg, ο Ρωμαιοκαθολικός που έβαλε τη βόμβα στα πόδια του Χίτλερ στη φωλιά των λύκων την 20η Ιουλίου του 1944, ρώτησε τον ιερέα του: «Μπορεί η εκκλησία να προσφέρει άφεση σ’ ένα δολοφόνο που πήρε τη ζωή ενός τυράννου;».
Το ότι ήταν αθέμιτη η αντίσταση του Bonhöffer στον Χίτλερ και τη ναζιστική Γερμανία είναι προφανές από τη μυστηκότητα και τη διπλοπροσωπία που απαιτούσε. Ο Μεταξάς σημειώνει ότι ο Bonhöffer ήταν βαθιά αναμειγμένος στο «μπερδεμένο σφιχταγκάλιασμα των μυστικών αποστολών». Ο δρόμος του Χριστού δεν είναι κάτι μπερδεμένο. Ο δρόμος του Χριστού είναι μια ανοιχτή, τολμηρή ομολογία και μια εξίσου ανοιχτή, τολμηρή καταγγελία. Είναι ο δρόμος, όχι να σκοτώνεις, αλλά να σκοτώνεσαι. Αυτός ήταν ο δρόμος του ίδιου του Χριστού μπροστά στον Πιλάτο, τον Ηρώδη και τον ασεβή καταδιωκτικό κόσμο της ρωμαϊκής κατοχής. Δεν υπήρχε προσφυγή στη δύναμη και τη βία (Ιωάννης 18:33-37). Η Α' επιστολή του Πέτρου (2:11-25) προβάλλει αυτόν το δρόμο για όλους τους Χριστιανούς, πάντοτε και παντού.
Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η αντίσταση του Bonhöffer και των άλλων απέτυχε παταγωδώς. Όταν η βόμβα δεν σκότωσε, ούτε καν τραυμάτισε σοβαρά τον Χίτλερ, εκείνος σκλήρυνε στην πεποίθησή του ότι ήταν ο άνθρωπος της Πρόνοιας (ο Μεσσίας) για τη Γερμανία. Το αποτέλεσμα της αποτυχημένης απόπειρας δολοφονίας ήταν η εκτέλεση χιλιάδων, συμπεριλαμβανομένων ανδρών και γυναικών, που μόνο μακρινή σχέση είχαν με την απόπειρα. Όσοι αντιστέκονται στις εξουσίες δέχονται τη θεϊκή κρίση.
Ήταν δίκαιο ο Χίτλερ να μη χαθεί με δολοφονία. Έπρεπε ο Χίτλερ να ζήσει για να δει την τελική ήττα του και την πλήρη αποτυχία του χιλιόχρονου «Βασιλείου» του. Έπρεπε να πεθάνει με το ίδιο του το χέρι, όχι σαν ήρωας που άνανδρα «χτυπήθηκε πισώπλατα» από δολοφόνους, αλλά σαν ένας αξιοθρήνητος δειλός, όπως είναι όλοι οι θρασύδειλοι, που φοβόταν να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πονηρών του πράξεων.
Στην εκτέλεσή του με απαγχονισμό, ο Bonhöffer δεν ήταν μάρτυρας. Υπέφερε, μάλλον «ως φονιάς ή κλέφτης ή κακοποιός» (Α' Πέτρου 4:15). Τι κρίμα.
David J. Engelsma