24/2/09

Το φαινόμενο των Χριστιανών απολογητών - Β' Μέρος

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ (295-373 μ.Χ)
Σχεδόν τίποτα δεν είναι γνωστό για την παιδική και τη νεανική του ηλικία, παρά μόνο το ότι είχε άρτια φιλοσοφική και θεολογική μόρφωση. Ως διάκονος συνόδευσε τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325), όπου αναδείχθηκε θαρραλέος μαχητής εναντίον του αρειανισμού. Αργότερα (328) διαδέχθηκε τον Αλέξανδρο, σε μια εποχή που η Εκκλησία συγκλονιζόταν από το Μελιτιανό σχίσμα και τη δράση των αρειανών. Εναντίον των πρώτων ενέργησε με αποφασιστική αυστηρότητα και εναντίον των δευτέρων υπήρξε άκαμπτος υπερασπιστής του δόγματος υπέρ του οποίου είχε αγωνιστεί στη Νίκαια. Οι αρειανοί προσπάθησαν με κάθε τρόπο να τον εξουδετερώσουν κατηγορώντας τον στον Μέγα Κωνσταντίνο
[1] και τελικά πέτυχαν να τον καθαιρέσουν στη σύνοδο της Τύρου. Ο Κωνσταντίνος τότε, επηρεασμένος και από πολιτικής φύσης κατηγορίες, τον εξόρισε (335) στους Τρεβήρους (σημερινό Trier της Γερμανίας), από όπου ο Αθανάσιος επέστρεψε μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου (337). Οι αντίπαλοί του συγκάλεσαν τότε σύνοδο στην Αντιόχεια και όρισαν άλλον επίσκοπο, το Γρηγόριο, ενώ οι εκκλησίες έκλεισαν με τη βία. Ο Αθανάσιος διαμαρτυρήθηκε σε μια τοπική σύνοδο με την περίφημη «Εγκύκλιο» επιστολή του. Έπειτα κατέφυγε στη Δύση. Δικαιώθηκε τόσο σε μια ρωμαϊκή σύνοδο (341), όσο και στη Σαρδική της Ιλλυρίας (343). Μετά το θάνατο του Γρηγορίου (345) επέστρεψε στο θρόνο της Αλεξάνδρειας (346). Ο Κωνστάντιος όμως, μόνος αυτοκράτορας πλέον, ξεσήκωσε εναντίον του και τους Δυτικούς, οι οποίοι τον καταδίκασαν (Αρλ, 354, Μιλάνο, 355). Αργότερα (356), εξορίστηκε για τρίτη φορά, στην έρημο. Επέστρεψε με διάταγμα του Ιουλιανού του Παραβάτη (362), ο οποίος ανακάλεσε όλους τους εξόριστους αρχιεπισκόπους. Συγκάλεσε μια σημαντική ακόμα σύνοδο (362), εξορίστηκε πάλι, τον ανακάλεσε ο Ιοβιανός (364), τον απέλασε ο Βαλέντιος (365) και το 366 επέστρεψε οριστικά, ύστερα από πέντε εξορίες που κράτησαν συνολικά πάνω από 17 χρόνια.
Άνθρωπος πιο πολύ της δράσης, ενθουσιώδης, μαχητής, σταθερός και άκαμπτος στις πεποιθήσεις του, ο Αθανάσιος συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση της διδασκαλίας περί Αγίας Τριάδας και ιδίως του όρου «ομοούσιος». Η σύνοδος που συγκάλεσε το 362 αποτέλεσε τον πιο σημαντικό σταθμό στους αγώνες κατά του αρειανισμού και ουσιαστικά προετοίμασε το έργο της Β' Οικουμενικής Συνόδου (381). Το πνεύμα το επηρέασε τους συγχρόνους του και γύρω του δημιουργήθηκε σχολή (η λεγόμενη και «Αθανασιανή»), στον κύκλο της οποίας ανήκουν πολλά από τα έργα του, που χαρακτηρίζονται νόθα. Γνωστά έργα του Αθανάσιου είναι τα απολογητικά «Λόγος κατά Ελλήνων», «Λόγος περί της ενανθρώπισης του Λόγου», τα αντιαιρετικά «Απολογητική κατά των Αρειανών», «Απολογία προς τον βασιλέα Κωνστάντιο», «Απολογία περί της φυγής αυτού», «Τέσσερις λόγοι κατά Αρειανών», «Δύο λόγοι κατά Απολλιναρίου», τα ερμηνευτικά «Ερμηνεία των ψαλμών», «Προς Μαρκελλίνο εις την ερμηνεία των ψαλμών», και τα ασκητικά «Ο βίος του Μεγάλου Αντωνίου», «Περί παρθενίας και ασκήσεως» και «Επιστολές». Κάποια από αυτά παραμένουν ανέκδοτα.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ Α' (375-444 μ.Χ.)
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου και σπούδασε. Χειροτονήθηκε διάκονος και μετά πρεσβύτερος από το θείο του, πάπα Αλεξανδρείας. Τον ακολούθησε στη Σύνοδο της Χαλκιδόνας το 403 μ.Χ., και μετά το θάνατό του τον διαδέχθηκε στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας το 412. Η πατριαρχία του διήρκεσε επί 32 χρόνια μέχρι το 444, και άφησε εποχή, κυρίως για τους αγώνες του κατά των αντιπάλων του Χριστιανισμού και των αιρετικών. Όμως, το βίαιο του αγωνιστικού του χαρακτήρα, του δημιούργησε πολλούς εχθρούς και πολλές επιθέσεις. Αγωνίστηκε κυρίως κατά των Ιουδαίων της Αλεξανδρείας, των Νοβατιανών σχισματικών και της αίρεσης των Μονοφυσιτών. Πολέμησε με ιδιαίτερη μαχητικότητα τον αρχηγό των Μονοφυσιτών Νεστόριο, υπήρξε πρωτεργάτης της Γ' Οικουμενικής Συνόδου (Έφεσος, 431) και ο βασικός διαμορφωτής του δόγματος της ένωσης των δύο φύσεων του Χριστού και της ανάδειξης της Μαρίας ως Θεοτόκου. Παρά την οξύτητα του χαρακτήρα του, αναγνωρίζεται ως ένας από τους πιο σοφούς πατέρες της Εκκλησίας.
Συνέγραψε δεκάδες αξιόλογα έργα. Τα έργα του καλύπτουν 10 τόμους της «Πατρολογίας» του Μιν. Τα πιο σημαντικά είναι: τα «Γλαφυρά» (13 βιβλία, αλληγορική-τυπολογική εξήγηση της Πεντατεύχου), «Η βίβλος των θησαυρών περί ομοουσίου Τριάδος» (ανασκευή των δοξασιών των Αρειανών), «Εξήγηση υπομνηματική», «Υπόμνημα στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο», «Εξήγηση στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο» κ.ά. Μεταξύ των έργων του κατά του Νεστορίου αναφέρονται: «Περί αγίας και ομοουσίου Τριάδος», «Δώδεκα αναθεματισμοί» (καταδίκη των απόψεων του Νεστορίου), «Αντίρρηση κατά των βλασφημιών του Νεστορίου» (5 βιβλία), «Διάλεξη προς Νεστόριο ότι Θεοτόκος η Αγία Παρθένος και ου Χριστοτόκος», «Υπέρ της ευαγούς θρησκείας των Χριστιανών, προς τον άθεο Ιουλιανό» (30 βιβλία, απευθύνεται στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' και καταδικάζει τις δοξασίες των ειδωλολατρών) κ.ά. Από τα 30 έργα του διασώθηκαν τα 10 μόνον σε άρτια κατάσταση, ενώ από τα υπόλοιπα μόνον αποσπάσματα.
Ο Κύριλλος θεμελίωσε τη διδασκαλία του στην Αγία Γραφή και πρώτος αυτός θεώρησε τις γνώμες των Πατέρων της Εκκλησίας κριτήριο της αλήθειας. Κέντρο της δογματικής του διδασκαλίας υπήρξε το Χριστολογικό. Πιο συγκεκριμένα, οι βασικές του θέσεις συνοψίζονται ως εξής: αποδοχή του Χριστού με τέλεια ανθρώπινη φύση και τέλεια θεότητα. Με την ένωση υπάρχει ένα μοναδικό πρόσωπο. Από τη διαφορά των φύσεων προέρχεται η διάκριση, από τη μοναδικότητα του προσώπου, η ενότητα. Η Μαρία είναι Θεοτόκος (όχι μόνο Χριστοτόκος, όπως υποστήριζε ο Νεστόριος). Το έργο του Λόγου του Θεού προσφέρει την εξύψωση του ανθρώπου. Πέθανε το 444 μ.Χ.

ΩΡΙΓΕΝΗΣ (Origenes Adamantius)
Ο σπουδαιότερος από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς των πρώτων χριστιανικών αιώνων με τα περισσότερα συγγράμματα και από τους πιο παραγωγικούς της παγκόσμιας φιλολογίας. Γεννήθηκε περί το 185 στην Αλεξάνδρεια από γονείς Χριστιανούς. Θεολόγος και φιλόσοφος. Πρώτος του δάσκαλος υπήρξε ο πατέρας του Λεωνίδας και στη συνέχεια ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας, στο «Διδασκαλείο» της Αλεξανδρείας. Έμεινε ορφανός σε ηλικία 17 ετών μετά το μαρτυρικό θάνατο του πατέρα του κατά τους διωγμούς του 202 επί Σεπτίμου Σεβήρου. Όταν συνελήφθη ο πατέρας του, ο Ωριγένης θέλησε να τον ακολουθήσει στο μαρτύριο, αλλά η μητέρα του τον συγκράτησε με μεγάλο κόπο. Μετά το θάνατο του πατέρα του και τη δήμευση της περιουσίας του, ανέλαβε τα βάρη της συντήρησης της οικογένειάς του παραδίνοντας μαθήματα, ενώ συγχρόνως συνέχιζε τις σπουδές του. Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε όχι μόνο με τη μελέτη των Γραφών, αλλά και με τη μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας. Διάβασε τα συγγράμματα του Πλάτωνα, του Νουμινίου, του Νικόμαχου και του Στωικού Κορνούτου. Το 203, όταν αναχώρησε ο Κλήμης από την Αλεξάνδρεια, λόγω των διωγμών, και έμεινε κενή η θέση του δασκάλου της Κατηχητικής Σχολής, ο Ωριγένης, αν και νέος ακόμα, κλήθηκε σαν διάδοχός του να αναλάβει τη διεύθυνση της σχολής αυτής με εντολή του επισκόπου της πόλης Δημητρίου, και για 30 συνεχή χρόνια την λάμπρυνε με τη διδασκαλία του. Από τα χρόνια αυτά χρονολογείται ο ευνουχισμός που ο Ωριγένης επέβαλε στον εαυτό του, ερμηνεύοντας αυστηρά κατά γράμμα την περικοπή 5:27-30 του Ευαγγελίου του Ματθαίου. Στην Αλεξάνδρεια συναναστράφηκε το φιλόσοφο Αμμώνιο τον Σακκά (δάσκαλο και του Πλωτίνου). Η φήμη της μεγάλης του μόρφωσης, του ήθους, της διδακτικής του ικανότητας, της αγάπης και του ενδιαφέροντος για τη σπουδάζουσα νεολαία, στην οποία πρόσφερε αφιλοκερδώς τη σοφία του, προσέλκυε γύρω του μεγάλο αριθμό μαθητών Χριστιανών, αλλά και εθνικών και Ιουδαίων, τόσο που σύντομα αναδιοργάνωσε τη διδασκαλία του αλεξανδρινού «Διδασκαλείου» και διαίρεσε τη σχολή σε δύο τάξεις: των αρχαρίων, που την ανέθεσε στο μαθητή του Ηρακλά και την ανώτερη, που την κράτησε ο ίδιος. Ο Ωριγένης αφιέρωσε μεγάλο μέρος της διδασκαλίας στη μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας, που τη θεωρούσε απαραίτητη για την ερμηνεία της Αγίας Γραφής και των παραδοσιακών δογμάτων του Χριστιανισμού. Όμως, οι απόψεις του αυτές προκάλεσαν την αντίδραση του επισκόπου Δημητρίου και κατηγορήθηκε για κακοδοξία. Το 231 περνώντας από την Καισάρεια της Παλαιστίνης για να πάει στην Ελλάδα και να ρυθμίσει, με εντολή του Δημητρίου, μερικά εκκλησιαστικά ζητήματα, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τους φίλους του Αλέξανδρο, επίσκοπο Ιεροσολύμων και Θεόφραστο, επίσκοπο Καισαρείας, χωρίς την άδεια του Δημητρίου. Η είδηση αυτή, όταν έγινε γνωστή στο Δημήτριο, προκάλεσε την οργή του και την καθαίρεση του Ωριγένη, ο οποίος εκδιώχθηκε από τη χριστιανική κοινότητα της Αλεξάνδρειας. Έτσι, το 232 εγκατέλειψε την πόλη κι εγκαταστάθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, όπου δημιούργησε σχολή και συνέχισε τη διδακτική του δράση με την ίδια επιτυχία για 15 χρόνια (232-249) και διαμέσου αυτής η επίδρασή του στη χριστιανική θεολογία κυριάρχησε σε ολόκληρο τον 3ο και σε μεγάλο μέρος του 4ου αιώνα. Όμως το 250 συνελήφθη στη διάρκεια του διωγμού του Δεκίου (249-251), φυλακίστηκε για ένα χρόνο, υποβλήθηκε σε βασανιστήρια και υπέστη κακώσεις που τον οδήγησαν σύντομα στο θάνατο. Αναφέρεται ότι πέθανε στην Τύρο της Φοινίκης περί το 254.
Βαθύς γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, ερμηνευτής και σε βάθος σχολιαστής της Αγίας Γραφής, ο Ωριγένης άσκησε με τη διδασκαλία και τα έργα του μεγάλη επίδραση σε σύγχρονους και μεταγενέστερους. Έθεσε τα θεμέλια για τη συστηματοποίηση της χριστιανικής διδασκαλίας και συνετέλεσε στη συνδιαλλαγή πίστης και επιστήμης και γι’ αυτό θεωρείται πατέρας της θεολογικής επιστήμης.
Ο Ωριγένης ήταν από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς της αρχαιότητας. Σ’ έναν κατάλογό του, ο Ευσέβιος αποδίδει στον Ωριγένη περισσότερα από 1.000 έργα. Τα περισσότερα από τα συγγράμματά του αναφέρονται στην κριτική και την ερμηνεία της Αγίας Γραφής (την οποία μελετούσε), που την ερμήνευσε σχεδόν στο σύνολό της είτε με τη μορφή σύντομων ερμηνευτικών σχολίων,
[2] είτε με τη μορφή ηθικών ομιλιών (διασώθηκαν 20) επί ορισμένων περικοπών ή και εκτεταμένες αλληγορικές ερμηνείες, στις οποίες, πέρα από την κατά λέξη έννοια, θέλησε να συλλάβει την υψηλότερη πνευματική (μυστική) έννοια.[3] Ενδιαφέρθηκε να προσφέρει μια κριτική απόδοση των ιερών κειμένων και ανέλαβε το έργο της αποκατάστασης του κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης με τη μνημειώδη προσπάθεια των «Εξαπλών». Η εργασία αυτή πραγματοποιήθηκε με παραβολή του εβραϊκού κειμένου με εβραϊκά και ελληνικά γράμματα και 4 ελληνικές μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Το 248 έγραψε το περίφημο απολογητικό του έργο με τίτλο «Κατά Κέλσου», στο οποίο αντικρούει τις αντιχριστιανικές θέσεις που υπάρχουν στα συγγράμματα του εθνικού φιλοσόφου Κέλσου. Το πιο σπουδαίο από τα δογματικά του έργα, με τίτλο «Περί αρχών» (μεγάλη μελέτη θεολογικής σύνθεσης), κατέχει τη θέση της πρώτης συστηματικής απόπειρας δογματικής. Στο σύγγραμμά του με τίτλο «Περί ευχής» αναπτύσσει την αξία της προσευχής. Πολλά συγγράμματα του Ωριγένη χάθηκαν και από τις επιστολές του μόνο δύο διασώθηκαν.
Το σύστημα του Ωριγένη έχει συνοπτικά ως εξής: Ο Θεός ως πανάγαθος και αμετάβλητος πάντα αποκαλύπτει τον εαυτό του, πάντα δημιουργεί και συνεπώς πριν από τον κόσμο αυτόν υπήρξαν άλλοι κόσμοι, όπως θα υπάρξει κι άλλος μετά από αυτόν. Το Λόγο ή Υιό του Θεού θεωρεί υποδεέστερο από τον Πατέρα και δεύτερο θεό, ακόμα και υποδεέστερο από το Άγιο Πνεύμα. Ο Θεός δημιούργησε πνευματικά όντα λογικά και ελεύθερα, που μπορούν με το αυτεξούσιό τους να γίνουν μόνα τους αγαθά. Επειδή όμως έκαναν κακή χρήση του αυτεξούσιού τους, ο Θεός για τιμωρία τους δημιούργησε τον υλικό κόσμο, κι έδωσε σε καθένα από αυτά τα όντα, ανάλογα με το βαθμό παρεκτροπής του μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό υλικότητας. Οι αποκαλύψεις του Λόγου δια των προφητών και μάλιστα δια του Χριστού είχαν σκοπό τη λύτρωση των πνευμάτων από την ύλη. Όσα από τα πνεύματα επιμένουν στην αμαρτία θα υποβληθούν στο καθαρτήριο πυρ (όρος με τον οποίον εννοούσε κυρίως τις τύψεις της συνείδησης). Τελικά, με διάφορα μέσα και την ενέργεια του καθαρτηρίου πυρός, τα πάντα και αυτοί οι δαίμονες θα απομακρυνθούν από το κακό και θα έρθει η αποκατάσταση των πάντων, χωρίς να αποκλείεται και πάλι η δημιουργία νέου υλικού κόσμου (πρόσκαιρος κι αυτός) για τιμωρία των πνευμάτων εκείνων που, λόγω κακής χρήσης του αυτεξούσιού τους, θα έπεφταν σε αμαρτία.
Ορισμένες αποκλίσεις του Ωριγένη (περί προΰπαρξης της ψυχής, περί του σώματος ως φυλακής της ψυχής, περί της άρνησης της ανάστασης των σωμάτων) από τη Γραφή και τις διδασκαλίες της Εκκλησίας προκάλεσαν αντιδράσεις εναντίον του. Τελικά κατακρίθηκε και ο ίδιος από Οικουμενικές Συνόδους.

ΜΙΝΟΥΚΙΟΣ ΦΗΛΙΞ, ΜΑΡΚΟΣ (Marcus Minucius Felix, 2ος αιώνας μ.Χ.)
Ρωμαίος Χριστιανός απολογητής, του 2ου αιώνα μ.Χ., που καταγόταν από γενιά πληβείων, από τους οποίους πολλοί διακρίθηκαν και κατέλαβαν υψηλά αξιώματα. Στο διάλογό του που σώζεται με τίτλο «Octavius», ένας νεοφώτιστος στο Χριστιανισμό, ο Οκτάβιος, ανασκευάζει τις αντιρρήσεις του εθνικού Καικιλίου, αποδεικνύοντας ότι υπάρχει μια ουσιαστική συγγένεια μεταξύ των δύο αντιλήψεων ζωής σε ό,τι πιο αγνό έχουν, και καταρρίπτει με ηρεμία τις κατηγορίες εναντίον των Χριστιανών, μέχρι τη στιγμή που ο Καικίλιος δηλώνει ότι πείθεται. Ο διάλογος είναι πολύ επιμελημένος από λογοτεχνική άποψη, αρχίζοντας από τα περιγραφικά στοιχεία του υποβλητικού περιβάλλοντος (η παραλία της Όστια), όπου εκτυλίσσεται η συζήτηση σύμφωνα με το διαλογικό σχήμα και το ύφος του Κικέρωνα. Ο Χριστιανισμός του Μινούκιου ταυτίζεται με τη φυσική θρησκεία και με την ηθική που δίδασκαν οι φιλοσοφικές σχολές. Λείπει όμως από αυτόν κάθε ενθουσιαστικός τόνος για τις μεταφυσικές όψεις του δόγματος.

ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΣ (Quintus Septimus Florens Tertillianus)
Λατίνος εκκλησιαστικός συγγραφέας, που γεννήθηκε στην Καρχηδόνα γύρω στο 160 μ.Χ. Θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Κάποιοι μελετητές αναφέρουν ότι ο πατέρας του ήταν Ρωμαίος εκατόνταρχος. Κατείχε καλά την ελληνική και λατινική φιλολογία και τη νομική. Μετά το τέλος των σπουδών του, άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στη Ρώμη, όπου ζούσε έκλυτη ζωή. Από θαυμασμό προς το θάρρος των Χριστιανών στους διωγμούς, ασπάστηκε το Χριστιανισμό. Επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου ζούσε ως κατηχητής της χριστιανικής πίστης και πιθανόν και ως πρεσβύτερος. Επηρεάστηκε από τις αυστηρές αρχές του Μοντανισμού, προσχώρησε σ’ αυτόν το 212 και αναδείχθηκε μετά από λίγο ως ένας από τους αρχηγούς του.
Ο Τερτυλλιανός έγραψε πολλά συγγράμματα, τα περισσότερα στα λατινικά και λιγότερα στα ελληνικά. Τα έργα που έγραψε στα ελληνικά δεν διασώθηκαν. Τα πιο σπουδαία έργα του είναι απολογητικά του Χριστιανισμού. Από τα απολογητικά του έργα σπουδαιότερο θεωρείται αυτό που έγραψε το 197 με τίτλο «Απολογητικός» (Apologeticum), στον οποίον αναιρεί τις κατηγορίες κατά των Χριστιανών και διακηρύσσει την απόλυτη αξία του Χριστιανισμού. Έγραψε επίσης πολλές μελέτες κατά των αιρετικών, όπως και έργα ηθικού περιεχομένου. Κυριότερα έργα του: «Περί βαπτίσματος» (De baptismo), «Περί προσευχής» (De oratione), «Περί των ισχυρισμών των αιρετικών» (De praescriptione hereticorum), «Προς τα έθνη» (Ad nations libri duo) κ.ά. Το σύνολο των έργων του βρίσκεται στους τόμους 1 και 2 του έργου «Λατινική Πατρολογία» του Μιν (έκδοση της Ακαδημίας της Βιέννης).
Από τα συγγράμματά του γίνεται αμέσως αντιληπτή η πολυμάθειά του, η πρωτοτυπία του κι η μονομέρειά του ως προς την πίστη. Βοήθησε στην εξέλιξη της μορφής κι ορολογίας της θρησκευτικής λατινικής γλώσσας. Παράλληλα, θεωρείται αδιάλλακτος κι αυστηρών αρχών συγγραφέας. Καταδικάζει κάθε συνάφεια με τους εθνικούς, θεωρεί τα θέατρα οικήματα του διαβόλου και τον δεύτερο γάμο πορνεία. Ελέγχει την Εκκλησία γιατί δέχεται στους κόλπους της όσους υπέπεσαν σε βαριά αμαρτήματα και μετάνιωσαν. Μόνο ο Θεός μπορεί να συγχωρήσει και κανείς άλλος. Χαρακτήριζε επίσης τη στρατιωτική υπηρεσία ως ασυμβίβαστη προς τη χριστιανική πίστη. Πίστευε ότι ο Χριστιανός πρέπει να περιορίζεται μόνο στην πίστη και να μην επιζητεί τη γνώση, η οποία κατά τον ίδιο, είναι πηγή αιρέσεων και βλαβερή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «Ουδέν κοινό υπάρχει μεταξύ μαθητού της Ελλάδος και του ουρανού, μεταξύ Αθηνών και Ιεροσολύμων. Ό,τι είναι πέραν της απλής πίστης είναι βλαπτικό και διαβολικό». Πέθανε σε βαθιά γεράματα, γύρω στα 240 μ.Χ.

ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Ο ΚΑΡΧΙΔΟΝΙΟΣ (Thascius Caegilius Cyprianus)
Ένας από τους Πατέρες της Δυτικής Εκκλησίας, από επιφανή οικογένεια εθνικών της Καρχηδόνας, κάτοχος ελληνικής και ρωμαϊκής παιδείας (200-258 μ.Χ.) Αρχικά άσκησε το επάγγελμα του ρήτορα, ασπάστηκε το Χριστιανισμό το 246, βαφτίστηκε και χειροτονήθηκε αμέσως ιερέας και μετά από τρία χρόνια επίσκοπος Καρχηδόνας (249-258). Με το διωγμό του Δεκίου (249-251) εγκατέλειψε την Καρχηδόνα. Επιστρέφοντας το 251, συγκάλεσε σύνοδο που αποφάσισε την αποδοχή στους κόλπους της Εκκλησίας, ύστερα από μακρόχρονη μετάνοια, όσων είχαν απαρνηθεί τη χριστιανική πίστη κατά τη διάρκεια των διωγμών. Τρεις νέες σύνοδοι που συγκλήθηκαν το 255 και το 256 υιοθέτησαν την άποψη του Κυπριανού για την εγκυρότητα του βαπτίσματος των αιρετικών. Ο Κυπριανός αγωνίστηκε για την ενότητα της Εκκλησίας κατά των αιρετικών και των σχιματικών και εναντιώθηκε στα πρωτεία του πάπα. Αποκεφαλίστηκε κατά το διωγμό του Βαλεριανού, στη Νικομήδεια, μαζί με την Ιουστίνη. Από τα έργα του, κυριότερα είναι τα «Περί της ενότητας της Εκκλησίας» και «Περί πεπτωκότωνν». Σώζονται 81 επιστολές του (58 ιδιόχειρες, 6 συνοδικές και 15 γραμμένες από τον κλήρο της Καρχηδόνας προς αυτόν), που αποτελούν σημαντικότατη πηγή για την εκκλησιαστική ιστορία.

ΚΟΜΜΟΔΙΑΝΟΣ
Ο πρώτος Χριστιανός Λατίνος ποιητής, του 3ου αιώνα μ.Χ., πιθανώς αφρικανικής καταγωγής. Σύμφωνα με μαρτυρίες του πρεσβύτερου της Εκκλησίας της Μασσαλίας, Γενναδίου, αφού μελέτησε τη φιλοσοφία των εθνικών και τα βιβλία των Χριστιανών, ασπάστηκε τη νέα θρησκεία. Έγραψε δύο ποιητικά έργα με τους τίτλους «Ογδόντα συμβουλές κατά των αρχαίων θεών» και «Απολογητικό ποίημα κατά των Ιουδαίων και Εθνικών», με σκοπό να προσηλυτίσει νέους οπαδούς στη χριστιανική πίστη. Το πρώτο περιλαμβάνει 80 ποιήματα και διαιρείται σε δύο βιβλία, καθένα από τα οποία αριθμεί 684 εξάμετρους στίχους, ενώ το δεύτερο αποτελείται από 1.060 εξάμετρους στίχους. Επειδή ο Κομμοδιανός δεν είχε ικανοποιητική θεολογική μόρφωση, πολλές φορές παρασύρθηκε από τις θεωρίες των μοναρχιανών, των πατροπασχιτών και των χιλιαστών, γι’ αυτό τα έργα του χαρακτηρίστηκαν από τον πάπα Γελάσιο Β' απόκρυφα (opuscula commodiaui apocrypha). Επιπλέον, εξαιτίας των βαρβαρισμών της γλώσσας του, κάποιος νεώτερος κριτικός χαρακτήρισε τα ποιήματά του «άριστη συλλογή βαρβαρισμών, την οποία μόνο ο χειρότερος λατινιστής θα μπορούσε να ονειρευτεί». Το 1887 το έργο του εκδόθηκε στη Βιέννη από τον Δομβάρτ.

ΑΡΝΟΒΙΟΣ, Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
Λατίνος εκκλησιαστικός απολογητής (4ος αιώνας μ.Χ.), πιθανώς αφρικανικής καταγωγής. Αρχικά ήταν δάσκαλος της ρητορικής στη Σίκκα της Νουμιδίας και όπως αναφέρει ο Ιερώνυμος, σφοδρός πολέμιος του Χριστιανισμού στην Αφρική επί Διοκλητιανού. Ξαφνικά όμως, μετά από ένα όνειρο που είδε, μεταστράφηκε στη νέα θρησκεία και ζήτησε να βαφτιστεί, αλλά ο επίσκοπος, έχοντας λόγους να δυσπιστεί, αρνήθηκε να τον δεχτεί στους κόλπους της Εκκλησίας. Και τότε ο Αρνόβιος, για να δώσει μαρτυρία για την αναμφίβολη ειλικρίνειά του, έγραψε στα λατινικά ένα σύγγραμμα από 7 βιβλία με τον τίτλο «Κατά των Εθνών» (δηλαδή εναντίον της ειδωλολατρίας). Στα δύο πρώτα βιβλία της απολογίας του ο Αρνόβιος αποκρούει τις συκοφαντίες και φαντασιώσεις εναντίον του Χριστιανισμού. Στα υπόλοιπα βιβλία αποκαλύπτει την ανοησία και την ανηθικότητα της ειδωλολατρίας. Όλο το έργο θεωρείται από τους νεώτερους ασυστηματοποίητο, αλλά με ειλικρινή πίστη. Εννοείται ότι μετά τη δημοσίευση του έργου, ο Αρνόβιος έγινε δεκτός στο Χριστιανισμό.

ΛΑΚΤΑΝΤΙΟΣ (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius)
Χριστιανός απολογητής (β' μισό 3ου - α' μισό 4ου αιώνα μ.Χ.), που επονομάστηκε χριστιανός Κικέρων. Γεννήθηκε στην Αφρική, όπου δάσκαλός του ήταν ο Αρνόβιος και διετέλεσε ρήτορας στη Νικομήδεια. Γύρω στα τέλη του 3ου αιώνα τον κάλεσε ο Διοκλητιανός ως δάσκαλο του γιου του, κοντά στον οποίον παρέμεινε για 10 χρόνια. Απομακρύνθηκε όταν κηρύχθηκε ο διωγμός από τον αυτοκράτορα αυτόν, πράγμα που αποδεικνύει ότι είχε ασπαστεί πριν από αυτόν το Χριστιανισμό. Αργότερα, διετέλεσε και δάσκαλος του Κρίσπου, γιου του Μ. Κωνσταντίνου. Περιγράφει με ιδιαίτερη δριμύτητα στο έργο του με τίτλο «Περί του θανάτου των διωκτών» (De mortibus persecutorum, 313), ως τέρατα τους Ρωμαίους αυτοκράτορες που είχαν αντιταχθεί στο Χριστιανισμό και παρουσιάζει το θάνατό τους ως σημείο της οργής του Θεού. Καταπολέμησε τους Επικούρειους και τους Στωικούς, αλλά στο έργο του με τίτλο «Περί θείων θεσμών» (Institutiones Divinae) (σε 7 βιβλία και ένα επίμετρο), προσπαθεί να αντλήσει απολογητικά επιχειρήματα από τις σκέψεις των μεγάλων εθνικών φιλοσόφων.


Βρήκε απήχηση το έργο της απολογητικής; Αν ναι, σε ποια έκταση; Είναι βέβαιο ότι οι κατηγορίες συνεχίστηκαν. Ο εθνικός κόσμος πάντα αντιτάχθηκε. Οι διωγμοί δε μειώθηκαν. Υποστηρίζεται όμως ότι οι απολογητές έδειξαν τη σαθρότητα των ειδωλολατρικών κοσμοθεωριών και προετοίμασαν το δρόμο για την επικράτηση του Χριστιανισμού. Ίσως. Όμως οι εθνικοί σε λίγο θα επικαλεστούν τις απολογίες και το πνεύμα των απολογητών καθώς, μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι υπερασπιστές του γρήγορα θα ξεχάσουν όσα εκείνοι υπέστησαν, όσα έλεγαν για σκληρότητα και ανελευθερία. Γιατί τώρα θα ανταποδώσουν πολύ περισσότερα σε φόνους, διωγμούς και καταστροφές. Είναι πια η εποχή που η Εκκλησία γίνεται κράτος, οι δοξασίες της, σύστημα, η διδασκαλία της, δόγμα. Είναι πια η εποχή που η Εκκλησία αντεκδικείται. Και Εκκλησία που εκδικείται, παύει πια να ακολουθεί τον Ιδρυτή της.


[1] Ανάμεσα στα άλλα και για τη δολοφονία ενός μελιτιανού επισκόπου, που αργότερα βρέθηκε ζωντανός.
[2] Διασώθηκαν σχόλιά του στα έργα του Ιωάννη και του Ματθαίου.
[3] Από τις τελευταίες αυτές ερμηνείες μόνον ένα τμήμα διασώθηκε.

Το φαινόμενο των Χριστιανών απολογητών - Α' Μέρος

Τον πρώτο αιώνα η Εκκλησία αρκείται στο να διακηρύττει την αθωότητά της στις τόσες και τόσες ιουδαϊκές και εθνικές κατηγορίες και να αποδεικνύει τούτη την αθωότητα με την αγιότητά της.
Τα γράμματα του Παύλου και ιδίως του Πέτρου δίνουν το μέτρο αυτής της αρχής. Όμως, καθώς η Εκκλησία απλώνει τη μαρτυρία του Ευαγγελίου, η επίθεση γίνεται πιο συστηματική απ’ τη μεριά κυρίως των εθνικών φιλοσόφων. Οι κατηγορίες κατά των Χριστιανών μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα σημεία:
α. Αθεΐα.
β. Αντίθεση προς τους ρωμαϊκούς νόμους.
γ. Μισανθρωπία.
δ. Ανήθικη ζωή.
ε. Συμπόσια, όπου έπιναν αίμα μικρών, κυρίως, παιδιών!
Έχει περάσει ήδη το α' τέταρτο του 1ου αιώνα και μια σειρά από μορφωμένους Χριστιανούς αναλαμβάνει να ανατρέψει τούτες τις αστήριχτες και αστείες στη βάση τους κατηγορίες. Συνεπώς Απολογητική είναι η υπεράσπιση των χριστιανικών αληθειών και της αξίας των ιερών βιβλίων κατά των αιρέσεων. Με την έννοια αυτή πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην ελληνική απολογητική και στη λατινική. Η πρώτη περιλαμβάνει τους Χριστιανούς συγγραφείς που έγραψαν απολογίες στην ελληνική γλώσσα για να αποκρούσουν τις διάφορες κατηγορίες και συκοφαντίες των εθνικών εναντίον των Χριστιανών.
Από αυτούς, επιφανέστεροι στον 2ο αιώνα μ.Χ. υπήρξαν οι Αθηναίοι Κοδράτος, Αριστείδης και Αθηναγόρας, οι Παλαιστίνιοι Αρίστων από την Πέλλα και Ιουστίνος, οι Σύριοι Τατιανός και Θεόφιλος Αντιοχείας, οι Μικρασιάτες Απολλινάριος Κλαύδιος, επίσκοπος Ιεραπόλεως και Μελίτων, επίσκοπος Σάρδεων, καθώς και ο Ερμείας, ο συγγραφέας της «Προς Διόγνητο» επιστολής. Όλοι τους είχαν αποκλειστική ή κύρια συγγραφική δραστηριότητα την απόδειξη της αλήθειας του χριστιανισμού έναντι της ειδωλολατρικής πλάνης και γι’ αυτό ονομάστηκαν «απολογητές» και τα συγγράμματά τους «απολογίες». Εκτός από αυτούς και άλλοι συγγραφείς της αρχαίας Εκκλησίας έγραψαν απολογητικά έργα: ο Κλήμης της Αλεξανδρείας, ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο Αθανάσιος, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας και ο Ωριγένης, που με το έργο του «Κατά Κέλσου» πρόσφερε την πιο έγκυρη και πιο πλήρη υπεράσπιση του Χριστιανισμού, χαρακτηριζόμενη από αριστοτεχνική επιχειρηματολογία και διαλεκτική δύναμη.
Κυριότερος εκπρόσωπος της λατινικής απολογητικής κατά τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. υπήρξε ο Μινούκιος Φήλιξ με το έργο του «Οκτάβιος», ενώ τον 3ο αιώνα μ.Χ. διακρίθηκε ο Τερτυλλιανός με τα έργα του «Απολογητικό» (Apologeticum) και «Προς τα έθνη» (Ad Nationes), ο Κυπριανός ο Καρχηδόνιος, καθώς και ο Κομμοδιανός. Τον 4ο αιώνα μ.Χ. αναδείχθηκαν ο Αρνόβιος με το έργο του «Κατά των εθνών» και ο Λακτάντιος (που ονομάζεται και «Χριστιανός Κικέρων», για την καθαρότητα της λατινικής γλώσσας στην οποία έγραψε) με το κύριο έργο του «Θείες διδασκαλίες».
Πολύ λίγες απολογίες σώζονται. Με το πέρασμα του χρόνου, πολλές από τις απολογίες χάνουν τον αρχικό σκοπό και στόχο τους να υπερασπιστούν την Εκκλησία και το Ευαγγέλιο και εκτρέπονται είτε σε επιθέσεις κατά της εθνικής θρησκείας είτε δογματίζουν, παίρνοντας μέρος στις γνωστές διαμάχες που ταλαιπώρησαν την Εκκλησία τους πρώτους τρεις αιώνες.
Θα επιχειρήσουμε μια σύντομη αναδρομή στην απολογητική, που σαν φαινόμενο σφραγίζει με ειδική δύναμη τούτη την περίοδο και της δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα.

ΚΟΔΡΑΤΟΣ
Ως πρώτος γνωστός απολογητής του Χριστιανισμού αναφέρεται ο Κοδράτος (Ιερ. catal. 19), που καταγόταν από τη Μ. Ασία και έζησε το β’ μισό του 1ου έως το α’ μισό του 2ου αιώνα μ.Χ., την εποχή των αυτοκρατόρων Τραϊανού και Αδριανού. Το 125, όταν βρισκόταν στην Αθήνα, έγραψε την «Απολογία υπέρ των Χριστιανών», μια απολογητική επιστολή υπέρ της χριστιανικής πίστης, μοναδική σε αποδεικτικά στοιχεία, με πράο και πειστικό τόνο και την παρέδωσε στον αυτοκράτορα Αδριανό, που επισκέφτηκε την πόλη. Κυρίως επικαλείται την ελευθερία των ρωμαϊκών νόμων και την ελευθερία της συνείδησης. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε να προκαλέσει διαταγή του αυτοκράτορα προς τον ανθύπατο της Ασίας, Μινούκιο Φουϊδανό, κανείς να μη φονεύεται «χωρίς εγκλήματα και κατηγορία». Η απολογία δε σώζεται. Απόσπασμα του κειμένου, που αναφέρεται στην εγκυρότητα των θαυμάτων του Ιησού, έχει διασωθεί από τον Ευσέβιο, που αποκαλεί τον Κοδράτο «ακουστή των Αποστόλων».

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ
Σύγχρονος του Κοδράτου, ο Αθηναίος φιλόσοφος Αριστείδης. Γεννήθηκε στην Αθήνα τον 2ο αιώνα μ.Χ., έλαβε επιμελημένη εκπαίδευση στη φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, ασπάστηκε το Χριστιανισμό και προσπάθησε να συνδυάσει το Χριστιανισμό με την ελληνική φιλοσοφία. Φημισμένος για την ευγλωττία του, ο Αριστείδης έγραψε απολογία υπέρ των Χριστιανών. Η απολογία του αυτή («Περί θεοσεβείας», 140 μ.Χ.), που φέρνει (κατά τη συριακή μετάφραση) τον τίτλο «Στον αυτοκράτορα Καίσαρα Τίτο Αδριανό, τον ευσεβή Αντωνίνο, από το Μαρκιανό Αριστείδη, τον Αθηναίο φιλόσοφο», υποβλήθηκε στον αυτοκράτορα Αδριανό. Το ελληνικό κείμενο της απολογίας χάθηκε, διασώθηκε όμως έμμεσα και περιλήφθηκε στη μεσαιωνική «Ψυχωφελή ιστορία του Βαρλαάμ και Ιωσαφάτ» και στη συριακή μετάφραση και σε αρμενική (της οποίας μόνο η αρχή σώθηκε). Εκδόθηκε το 1893 από το Χέννεκε και το ίδιο έτος από το Ζέερμπεργκ.

ΑΡΙΣΤΩΝ
Λίγο αργότερα θα γράψει ένα απολογητικό έργο ο Αρίστων από την Πέλλα της Παλαιστίνης, που έζησε το 2ο αιώνα μ.Χ. κι ήταν χριστιανός εξ Ιουδαίων. Στο έργο του με τίτλο «Αντιλογία (ή διάλογος) Παπίσκου (Ιουδαίου) και Ιάσονος (Χριστιανού εξ Ιουδαίων) περί Χριστού», που γράφτηκε περί το 140 μ.Χ., χρησιμοποιεί δυο φανταστικά μάλλον πρόσωπα. Δυο Ιουδαίους από τους οποίους ο Αλεξανδρινός Παπίσκος εμμένει στον Ιουδαϊσμό, ενώ ο επίσης Ιουδαίος Ιάσων έχει δεχθεί το Χριστιανισμό. Πρόκειται για την πιο αρχαία απολογία κατά του Ιουδαϊσμού.
Σκοπός του διαλόγου (που βασικά απευθύνεται στο ιουδαϊκό έθνος) είναι να αποδειχθεί το μήνυμα περί του Ιησού από τις προφητείες της Π. Διαθήκης. Ο Κέλσος, το 178 μ.Χ., στην πολεμική του κατά του Χριστιανισμού δεν εκτιμά την απολογία και τη χαρακτηρίζει «άξια όχι για γέλια, αλλά για έλεος και μίσος». Από την άλλη μεριά ο Ωριγένης έχει καλή γι’ αυτόν. Από το έργο αυτό σώζονται μόνο μερικά αποσπάσματα.

ΑΠΟΛΛΙΝΑΡΙΟΣ ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΚΑΙ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ
Στα χρόνια του Μάρκου Αυρήλιου εμφανίζονται δυο σημαντικοί απολογητές: Ο Κλαύδιος Απολλινάριος, επίσκοπος Ιεραπόλεως στη Φρυγία τον 2ο αιώνα μ.Χ. κι ο ρήτορας Μιλτιάδης, διάσημος απολογητής της χριστιανικής πίστης. Ο πρώτος έγραψε κατά των Μοντανιστών, πέντε λόγους προς Έλληνες, δυο περί αληθείας, δυο προς τους Ιουδαίους και μια απολογία του Χριστιανισμού, που την παρέδωσε στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Ο δεύτερος απηύθυνε προς τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο «Απολογία υπέρ των Χριστιανών» και έγραψε και το έργο με τίτλο «Προς τα έθνη υπέρ της αλήθειας και προς τις τότε αιρέσεις». Αν και οι δύο απολογίες χάθηκαν ολοκληρωτικά, γνωρίζουμε όμως από άλλες πηγές, ότι ήταν (κυρίως του Μιλτιάδη) έργα πρωτότυπα με δυνατή επιχειρηματολογία που κέντρισαν το περί δικαίου αίσθημα των Ρωμαίων και διαφημίζονταν πολύ από τους κατοπινούς χριστιανούς συγγραφείς.

ΜΕΛΙΤΩΝ
Μεταξύ των απολογητών μια ειδική θέση κατέχει και ο Επίσκοπος Σάρδεων της Λυδίας, Μελίτων, ένας από τους πιο διάσημους εκκλησιαστικούς συγγραφείς και απολογητές της χριστιανικής πίστης, που έζησε το 2ο αιώνα μ.Χ. Δε σώζονται παρά ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή του, αν και εικάζεται ότι άκμασε το διάστημα μεταξύ του 160 και 180 μ.Χ. Ο Ευσέβιος αναφέρει ότι ο επίσκοπος Εφέσου Πολυκράτης αποκάλεσε τον Μελίτωνα «ευνούχο» (δηλαδή παρθένο), «που πολιτεύθηκε πάντα εν αγίω πνεύματι». Ο ίδιος τον κατέτασσε μεταξύ των πιο σπουδαίων μορφών της εποχής. Διακρίθηκε για τη φιλοσοφική του κατάρτιση και τη διαλεκτική ικανότητά του και συνέγραψε πολλά συγγράμματα, ανάμεσα στα οποία διακρινόταν η «Προς Αντωνίνο τον Πίο απολογία». Εξίσου αξιόλογα ήταν τα «Περί Αληθείας», «Κλεις», «Περί του Πάσχα», «Λόγος περί Χριστού» και «Εκλογές», επιλογές σχολιασμένων κειμένων της Π. Διαθήκης.

ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ
Δε θα αναφερθούμε στον Ιουστίνο, το μάρτυρα και φιλόσοφο, γιατί θα μιλήσουμε άλλοτε γι’ αυτόν και το έργο του.

ΤΑΤΙΑΝΟΣ
Μαθητής του Ιουστίνου, ήταν ο Τατιανός, Σύρος θεολόγος (120-173 μ.Χ.), που ίδρυσε τη χριστιανική αίρεση των Εγκρατιστών. Οι γονείς του ήταν εθνικοί, ενώ ο ίδιος, αφού ταξίδεψε σε διάφορες χώρες, πήγε στη Ρώμη, όπου ασπάστηκε το Χριστιανισμό και διδάχτηκε τη χριστιανική διδασκαλία από τον Ιουστίνο. Μετά το θάνατο του δασκάλου του (167 μ.Χ.), πήγε στη Μεσοποταμία και στη Συρία και ίδρυσε αίρεση με στοιχεία από την κίνηση του Βαλεντίνου και τις θεωρητικές κατευθύνσεις των Γνωστικών, τα οποία τροποποίησε έτσι ώστε οι οπαδοί του δεν μεταλάμβαναν κρασί ούτε στη θεία Ευχαριστία. Για το σκοπό αυτό έπιναν νερό και γι’ αυτό ονομάστηκαν και «υδροπαραστάτες». Έγραψε πολλά έργα, από τα οποία σώθηκαν το απολογητικό με τίτλο «Λόγος προς Έλληνες», όπου ερευνά με κάθε λεπτομέρεια τον αρχαίο βίο, τις δοξασίες του, το πιστεύω και τις επιτυχίες του στις τέχνες. Ο Τατιανός δε βρίσκει τίποτε καλό και ωφέλιμο σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Συγχρόνως, το έργο χάνει γρήγορα τον απολογητικό του χαρακτήρα και παίρνει επιθετική μορφή, προσπαθώντας να αποδείξει ότι η χριστιανική θρησκεία είναι πολύ πιο ανώτερη και πιο αρχαία από την εθνική φιλοσοφία και φιλολογία. Σε μερικά σημεία διακρίνεται σαφής ειρωνική διάθεση. Έγραψε και το «Ευαγγέλιο δια τεσσάρων», που αποτελεί μια σύνθεση των τεσσάρων Ευαγγελίων σ’ ένα έργο. Το έργο αυτό, όπου παρέλειψε οτιδήποτε σχετικό με την ανθρώπινη καταγωγή του Ιησού, διαδόθηκε στη Συρία και κυρίως στην Έδεσσα, όπου μάλιστα εκτόπισε τα υπόλοιπα Ευαγγέλια έως τον 4ο αιώνα. Το «Ευαγγέλιο δια τεσσάρων» σώθηκε σε αραβική μετάφραση. Τα υπόλοιπα έργα του, που αναφέρονται από τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο, χάθηκαν.

ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ
Δυνατός στο γράψιμο και με μοναδική πειστικότητα αναφέρεται ο Αθηναγόρας, Αθηναίος χριστιανός απολογητής και πλατωνικός φιλόσοφος που έζησε το 2ο αιώνα μ.Χ. Η ημερομηνία της γέννησης και του θανάτου του παρέμειναν άγνωστες. Τα αρχαία στοιχεία που αναφέρονται στον Αθηναγόρα είναι πολύ αμφισβητήσιμα. Από όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόν, το πιο βέβαιο είναι ότι οδηγήθηκε στη χριστιανική πίστη από το διάβασμα βιβλίων διαφόρων Χριστιανών συγγραφέων, που μελετούσε για να τους αντικρούσει και να τους καταπολεμήσει. Μετά τον προσηλυτισμό του στο Χριστιανισμό εγκατέλειψε την Αθήνα και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί, περί το τέλος του 178 μ.Χ. έστειλε στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο και στο γιο του Κόμμοδο, μια μακρά επιστολή με τίτλο «Πρεσβεία (απολογία) περί των Χριστιανών», στην οποία αξίωνε για το Χριστιανισμό την ίδια ανεξιθρησκία που απολάμβαναν όλες οι άλλες θρησκείες στην αυτοκρατορία και ταυτόχρονα αντέκρουε, μ’ ένα πλούτο επιχειρημάτων, τρεις βασικές κατηγορίες για ανήθικο βίο των Χριστιανών, που ήταν πολύ διαδεδομένες ανάμεσα στο λαό εναντίον των Χριστιανών: την αθεΐα, την αιμομιξία, τη βρώση ανθρώπινης σάρκας (ειδικά σάρκας παιδιών που τα έσφαζαν). Σε ένα δεύτερο έργο του, που θεωρείται επίσης αυθεντικό, τη μελέτη «Περί αναστάσεως των νεκρών», προσπαθεί να αποδείξει ή τουλάχιστον να υπερασπιστεί την ανάσταση των νεκρών, που πάντα αποτελούσε παράδοξο δόγμα για τους εθνικούς και πεδίο για σκωπτικές παρατηρήσεις. Οι πλατωνικές ιδέες στα έργα αυτά αποτελούν τον άξονα, γύρω από τον οποίον μοιραία και αυτόματα περιστρέφονται οι σκέψεις του συγγραφέα. Γι’ αυτό δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν σαν έκφραση της χριστιανικής πίστης παρά μόνο σε μια εποχή κατά την οποία η Ορθοδοξία δεν ήταν ακόμα πολύ απαιτητική. Για το λόγο αυτόν ίσως ούτε ο Ευσέβιος, ούτε ο Ιερώνυμος, ούτε ο Φώτιος και το λεξικό Σουΐδας τον αναφέρουν στην απαρίθμηση των χριστιανών συγγραφέων. Παρά την ανεπάρκεια αυτή σε δογματικό υλικό, ο Αθηναγόρας είναι ανώτερος από πολλούς απολογητές. Κομψοεπής, χωρίς πλεονασμούς, περιοριζόμενος με την απαράμιλλη αττική λιτότητα στα «ενόντα και τα αρμόζοντα», προικισμένος με μια μεγάλη περιγραφική δύναμη και ένα πειστικό ορθολογισμό, αξιοσημείωτο για την διαύγεια και τη συνεκτικότητά του, μπορεί να πει κανείς ότι κατέχει τα πρωτεία μεταξύ των χριστιανών απολογητών. Οι μεγάλοι ιστορικοί της αρχαίας φιλοσοφίας Eduard Zeller και Wilhelm Nestle, στο έργο τους «Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας», τονίζουν ότι ο Αθηναγόρας άσκησε μεγάλη επίδραση στην Περιπατητική Σχολή της εποχής του, που, αν και συγχωνεύτηκε αργότερα με τη νεοπλατωνική σχολή, υπεράσπιζε συχνά αριστοτελικές ιδέες και αντιλήψεις, που τις βρίσκουμε αυτούσιες στα διασωθέντα συγγράμματά του. Πλατωνικός φιλόσοφος και αριστοτελικός απολογητής, ο Αθηναγόρας, αν κι ασπάστηκε το Χριστιανισμό και έγινε χριστιανός απολογητής, δεν υποτάχθηκε τελείως στα δόγματα της νέας πίστης. Αντίθετα θέλησε να συνδυάσει και να εναρμονίσει τη χριστιανική διδασκαλία με την ελληνική φιλοσοφία, με την οποία ήταν βαθύτατα εμποτισμένος και να εμφανίσει μια ελληνοχριστιανική θεωρία, σύμφωνα με την ουσία του Χριστιανισμού, αλλά και να φωτίζεται συγχρόνως από το φως της αρχαίας ελληνικής σοφίας.

ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Ο επίσκοπος Αντιοχείας (από το 169-181 μ.Χ.), Θεόφιλος, υπήρξε ο 6ος κατά σειρά επίσκοπος της πόλης, κατά τον Ευσέβιο. Γεννήθηκε στη Μεσοποταμία, κατά το πρώτο μισό του 2ου αιώνα από γονείς εθνικούς. Αργότερα μεταστράφηκε στο Χριστιανισμό και διαδέχτηκε στον επισκοπικό θρόνο της Αντιόχειας τον επίσκοπο Έρωτα. Άνθρωπος με εξαιρετική μόρφωση, ο Θεόφιλος έγραψε πολλά θρησκευτικά συγγράμματα για την υπεράσπιση του Χριστιανισμού και την καταπολέμηση των ιδεών των αιρετικών και των εθνικών, από τα οποία τα πιο πολλά χάθηκαν. Το κυριότερο έργο του είναι το «Περί πίστεως» που επιγράφεται «Εις Αυτόλυκο» και αποτελείται από 3 βιβλία. Είναι μια απολογία προς το φίλο του Αυτόλυκο, όπου συστηματικά και με θαυμάσιο τρόπο από τη μια μεριά εκθέτει μεθοδικά τις αρχές του Χριστιανισμού και πραγματεύεται θέματα που αφορούν τη φύση του Θεού, τη μέλλουσα ζωή, τις θρησκευτικές ιδέες των εθνικών και τα χριστιανικά ήθη και από την άλλη απορρίπτει μία - μία τις βαριές κατηγορίες κατά των Χριστιανών. Άλλα έργα του είναι: «Σύγγραμμα προς την αίρεση του Ερμογένους», «Λόγος κατά Μαρκίωνος», «Κατηχητικά βιβλία», «Εις το Ευαγγέλιο και τις Παροιμίες του Σολομώντα υπομνήματα». Από τα τελευταία αυτά, τα τρία πρώτα χάθηκαν, ενώ μια λατινική μετάφραση του 4ου αιώνα θεωρείται από τους ερευνητές σαν νόθο έργο που γράφτηκε κατά τον 5ο ή 6ο αιώνα στη Γαλλία.
Σημαντικότερο από τα έργα του ωστόσο θεωρείται το απολογητικό «Εις Αυτόλυκο» που εκδόθηκε από τον Hamfrey (1852) και τον Otto (1861). Ο Θεόφιλος γνωρίζει την ελληνική παιδεία, κατέχει τη αρχαία φιλοσοφία και χειρίζεται τη γλώσσα με μοναδική ευχέρεια. Άλλωστε, το ψηλό πεδίο μόρφωσης του Αυτόλυκου, στον οποίον αφιερώνει και απευθύνει το σύγγραμμα, γίνεται αφορμή για μια συγγραφή από τις πιο αξιόλογες στο είδος τους. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε το όρο «Τριάδα» και γενικά η προσφορά του στη χριστιανική φιλολογία υπήρξε αξιόλογη. Ωστόσο, ο απολογητικός και πολεμικός χαρακτήρας των συγγραμμάτων του εκφράζει μια στενότητα πνεύματος σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση της ελληνικής φιλοσοφίας, της οποίας υποτιμούσε την πραγματική αξία. Το πότε πέθανε δεν είναι γνωστό, φαίνεται όμως ότι ζούσε ακόμα κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αυρήλιου Κόμμοδου (180-192).

ΕΡΜΕΙΑΣ
Ο τελευταίος απολογητής του τέλους του δεύτερου αιώνα είναι ο Ερμείας (β' μισό 2ου - α' μισό 3ου αιώνα μ.Χ.). Σώζεται το έργο του «Ερμείου φιλοσόφου, Διασυρμός των έξω φιλοσόφων», αποτελούμενο από 10 κεφάλαια, το οποίο συνέταξε με τη μορφή διαλόγου κατά τον τρόπο του Λουκιανού και στο οποίο διαπιστώνονται με ειρωνικό ύφος οι αντιφάσεις μεταξύ των διαφόρων φιλοσοφικών θεωριών. Σκοπός του ήταν να αποδείξει με το έργο αυτό ότι οι αντιφάσεις αυτές είναι απότοκες της δαιμονικής (και όχι της θείας) καταγωγής της φιλοσοφίας. Ιστορικά χαρακτηρίζεται ως περιορισμένης αξίας έργο.

ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (Τίτος Φλάβιος Κλήμης)
Χριστιανός θεολόγος, πατέρας της χριστιανικής εκκλησίας. Γεννήθηκε πιθανώς στην Αθήνα κατά το 150 από γονείς εθνικούς. Σε νεαρή ηλικία έγινε Χριστιανός και ταξίδεψε για μεγάλο χρονικό διάστημα για να βρει δάσκαλο της αρεσκείας του και άκουσε πολλούς δασκάλους μέχρι να βρει αυτόν που ήθελε. Τελικά εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου στους κόλπους της χριστιανικής κοινότητας υπήρχε η σχολή του Πανταίνου. Εκεί έγινε πρεσβύτερος και, όταν πέθανε ο Πάνταινος, τον διαδέχθηκε στη διεύθυνση της σχολής. Το 202, εξαιτίας των διωγμών του Σεπτίμου Σεβήρου, εγκατέλειψε την Αλεξάνδρεια. Πέθανε στη Μ. Ασία στο χρονικό διάστημα μεταξύ 211 και 215 μ.Χ.
Έζησε κι έδρασε σε μια αποφασιστική περίοδο για τη διαμόρφωση της χριστιανικής σκέψης. Πράγματι, από τη μια μεριά εξασθενούσε το αίσθημα αναμονής της Β' Παρουσίας, που είχε επικρατήσει στους Χριστιανούς των προηγούμενων ετών, και κατά συνέπεια, γινόταν αισθητή η ανάγκη μιας πιο εδραιωμένης δογματικής οργάνωσης. Από την άλλη οι Πατέρες είχαν επιδοθεί στην πολεμική κατά των Γνωστικών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι ήταν δυνατή μια καθαρά ορθολογική γνώση και φιλοσοφία περί των θείων, πεποίθηση που ωθούσε άλλους Χριστιανούς να υποστηρίζουν, αντίθετα, τα δικαιώματα της πίστης ως μοναδικού οργάνου γνώσης.
Ο Κλήμης έγραψε ένα είδος εισαγωγής στο Χριστιανισμό. Πρόκειται για έργο που διαιρείται σε τρία μικρότερα. Στο πρώτο, που τιτλοφορείται «Λόγος προτρεπτικός προς Έλληνες», παροτρύνει τους ειδωλολάτρες να εγκαταλείψουν τους θεούς τους και να προσέλθουν στην αληθινή πίστη. Στο δεύτερο, που έχει τον τίτλο «Παιδαγωγός», απευθύνεται σ’ εκείνους που έχουν ασπαστεί το Χριστιανισμό και καθορίζει ότι ως μοναδικό οδηγό του ηθικού βίου πρέπει να έχουν το θείο λόγο. Το έργο αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον και για το πλούσιο ανεκδοτολογικό μέρος του, στο οποίο ο Κλήμης περιγράφει ζωηρά τα ήθη της εποχής του και σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός υποδειγματικού Χριστιανού, κληρονόμου του ελληνικού μέτρου. Το τελευταίο και πιο σημαντικό από τα τρία αυτά έργα, με τίτλο «Στρώματα ή Στρωματείς», θέτει το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ πίστης και φιλοσοφίας. Σ’ αυτό εκφράζει τη διαφωνία του προς τους πιο αδιάλλακτους Χριστιανούς της εποχής του, που πρέσβευαν ότι η σοφία των αρχαίων Ελλήνων σχετικά με τα ζητήματα της φύσης ήταν τελείως απομακρυσμένη από την αλήθεια. Επίσης υποστηρίζει ότι η πίστη προσφέρει την άμεση και αναμφισβήτητη γνώση της αλήθειας, αλλά η φιλοσοφία, όταν φωτίζεται από την πίστη, συμβάλλει στην κατανόηση και στην αποσαφήνιση της αλήθειας αυτής. Έτσι με τον Κλήμη διαμορφώθηκε η φιλοσοφική αντίληψη που έμελλε να κυριαρχήσει σε όλη τη χριστιανική σκέψη του Μεσαίωνα.

ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ (265-339 μ.Χ.)
Επίσκοπος Καισαρείας της Παλαιστίνης (313-339), εκκλησιαστικός συγγραφέας και ιστορικός. Επονομαζόταν Ευσέβιος ο Παμφίλου, από το όνομα του δασκάλου του, Παμφίλου. Έζησε την εποχή των σκληρών διωγμών του Διοκλητιανού και των διαδόχων του, αλλά και της ανόδου του Χριστιανισμού. Όταν φυλακίστηκε ο Πάμφιλος (307), έμεινε κοντά του και τον βοήθησε στη σύνταξη της απολογία του. Το 313 (για άλλους, το 315) εκλέχτηκε επίσκοπος Καισαρείας της Παλαιστίνης. Η σύνοδος της Αντιόχειας τον αφόρισε όμως γιατί αρνήθηκε να υπογράψει την ομολογία πίστης κατά του Αρείου. Μάλιστα, στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325) υποστήριξε «τον Υιό ως Θεό εκ Θεού». Τελικά, πιέστηκε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και αναγκάστηκε να αποδεχτεί τις αποφάσεις εκείνης της συνόδου.
Ο Ευσέβιος θεωρείται από πολλούς ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας. Ανάμεσα στα έργα του, ιδιαίτερα αξιόλογα είναι η «Ευαγγελική προπαρασκευή» και η «Ευαγγελική απόδειξη». Αξιόλογο είναι και το «Χρονικό» που αναφέρεται στην ιστορία των Χαλδαίων, των Ασσυρίων, των Εβραίων, των Αιγυπτίων, των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Από το έργο αυτό σώζεται μόνο μια αρμενική μετάφραση και μια λατινική απόδοση του Ιερώνυμου. Το σπουδαιότερο όμως έργο του είναι η «Εκκλησιαστική ιστορία», σε 10 βιβλία, που αναφέρεται στην περίοδο από τη γέννηση του Χριστού έως την ήττα του Λικίνιου από τον Κωνσταντίνο.
Ο Ευσέβιος δεν παραδεχόταν τον όρο «ομοούσιος», που αναφέρεται στην Αγία Τριάδα και θεωρούσε τον Υιό δεύτερο θεό και το Άγιο Πνεύμα κτίσμα του Πατρός. Επίσης, εναντιώθηκε στην προσκύνηση των εικόνων, πράξη που τη χαρακτήριζε ειδωλολατρική. Οι θέσεις του αυτές, που έρχονται σε άμεσα σύγκρουση με τα δογματικά δεδομένα της χριστιανικής θρησκείας, είναι άλλωστε χαρακτηριστικά της ανεξάρτητης προσωπικότητάς του, χάρη στην οποία κυρίως διατηρήθηκε η φήμη του.