16/11/11

Οι Μακεδόνες και το Ευαγγέλιο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο σκοπός του άρθρου αυτού είναι καθαρά πνευματικός. Θα ήθελα συνεπώς να δούμε όχι τόσο τη Μακεδονία σαν έναν ιεραποστολικό αγρό, όσο τη σημαντική συμμετοχή που είχε στο να ετοιμαστεί ο δρόμος του Ευαγγελίου. Για να προσδιορίσουμε αυτή τη συμμετοχή, είναι ανάγκη να συλλάβουμε τον θεϊκό σχεδιασμό και την ιστορική του ένταξη μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Διαβάζουμε στην επιστολή προς Γαλάτες ότι ο Θεός, «όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλε τον Υιό Του» (4:4). Ποια ήταν όμως η χρονική διαδρομή, πού κορυφώνεται στο πλήρωμα του χρόνου; Από πού και πότε άρχισε αυτή η περίοδος; Ποιοι παράγοντες έπαιξαν σημαντικούς ρόλους και ποιους; Έχει σ’ αυτούς τους παράγοντες και σ’ αυτούς τους ρόλους θέση η Μακεδονία; Είναι τα ερωτήματα ακριβώς στα οποία θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να πάμε πίσω, στο χάραγμα της ανθρώπινης ιστορίας, εκεί που ο άνθρωπος με την ανυπακοή του ανέτρεψε φαινομενικά τα σχέδια του Θεού και εκεί που η αγάπη του Θεού υποσχέθηκε στον πεσμένο και αμαρτωλό άνθρωπο ότι «το σπέρμα της γυναίκας» επρόκειτο να συντρίψει το κεφάλι του φιδιού.
Πολύ κοντά στο γεγονός αυτό και αμέσως μετά τη Βαβέλ, έρχεται ο Θεός να δώσει μια υπόσχεση, βασική, όταν μιλώντας σ’ ένα όργανο εκλογής του, τον Αβραάμ, του λέει ότι «μέσα από σένα θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης» (Γέν.22:18). Αυτή η υπόσχεση δόθηκε για ένα έργο και μια ευλογία που θα ερχόταν στον Ισραήλ και δια του Ισραήλ. Όμως οι στόχοι αυτής της ευλογίας δεν ήταν μόνον ο λαός Ισραήλ, αλλά ο κόσμος όλος. Το έργο, λοιπόν, που θα γινόταν στο πλήρωμα του χρόνου (Γαλ.4:4), θα ήταν ένα έργο παγκόσμιο. Κι ενώ το πλήρωμα του χρόνου πλησίαζε, στην Ανατολή και στη Δύση γινόταν μια εργώδης προετοιμασία. Στην Ανατολή, η προφητεία όλο και πύκνωνε και μιλούσε όλο και πιο συγκεκριμένα και πιο λεπτομερειακά για κάποιον που θα ερχόταν να γίνει ο από Θεού Σωτήρας μέχρι το τελευταίο άκρο της γης (Πράξ.13:47). Ακούγονταν ακόμα φωνές μέσα από τη Γραφή, σαν κι αυτή του Ιώβ, «ξέρω ότι ο Λυτρωτής μου ζει και θα εγερθεί στους έσχατους καιρούς επάνω στη γη» (19:25) ή σαν αυτή του Ησαΐα, που οκτώ αιώνες π.Χ., φώναξε κι ευχήθηκε, «είθε να έσχιζες τους ουρανούς και να κατέβαινες».

ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Η εργώδης αυτή προετοιμασία γινόταν και στη Δύση και συγκεκριμένα στην Ελλάδα. Σε μια σειρά από διαδικασίες που επεκτάθηκαν σε πολλούς αιώνες, άρχισε να ετοιμάζεται, όχι η υποδοχή του άστρου που θα ανέτελλε από τον Ιακώβ (Αριθμ.24:17), γιατί αυτός ήταν ο ρόλος της Ανατολής, αλλά ο σχηματισμός του γραπτού λόγου, που θα γινόταν το όχημα για την παγκόσμια πορεία του σκήπτρου που θα αναστηνόταν από τον Ισραήλ (Αριθμ.24:17). Αυτή η προεργασία είναι το θαύμα, που έφτασε στο αποκορύφωμα στον «Χρυσό Αιώνα» του Περικλή. Ήταν η περίοδος ανάμεσα σε δυο πολέμους, τους Περσικούς (492-479) και τον Πελοποννησιακό (432-404).
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, τότε που αρχίζουν να κατεβαίνουν στον ελληνικό χώρο τρία βασικά φύλα: οι Ίωνες (2000 π.Χ.), οι Αχαιοί (1600 π.Χ.) και οι Δωριείς (1200 π.Χ.). Οι Μακεδόνες ανήκουν αναμφίβολα στα τρία αυτά φύλα. Γι’ αυτό και ο Ηρόδοτος, όταν μιλάει για τη Μακεδονία την ονομάζει «το δωρικό και μακεδονικό έθνος». Τον 8ο αιώνα, με τον Περδίκκα (720-700 π.Χ.) συγκροτείται σε κράτος με πρώτη πρωτεύουσα τις Αιγές, που την τοποθετούμε στη Βεργίνα. Στο μεταξύ, στην ίδια περίπου εποχή, έχουμε τα πρώτα δείγματα ελληνικής γλώσσας που διασώζονται μέχρις εμάς στους καταλόγους των Ολυμπιονικών και στα Ομηρικά Έπη, που αποτελούν και τα πρώτα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα που διασώθηκαν μέχρι τις ημέρες μας. Βαθμιαία στον ελληνικό χώρο διαμορφώνονται διάλεκτοι, όπως η ιωνική-αττική, που θα μείνει στην Ιστορία σαν γλώσσα του δράματος και του ρητορικού λόγου, η αιολική, η αχαϊκή και η δωρική, η λιτή γλώσσα των χορικών.
Όμως, μέσα στον ελληνικό χώρο, αρχίζει να διαμορφώνεται μια ενότητα, που την καλλιεργεί η κοινή θρησκεία, οι κοινοί αγώνες, οι αμφικτιονίες και στην οποία προβάλλεται η Αθήνα. Συγγραφείς που γράφουν στην αττική διάλεκτο, όπως ο Όμηρος, ο Ηρόδοτος, ο Τυρταίος και ο Ιπποκράτης, διαβάζονται σε όλο τον ελληνικό χώρο, έτσι που με το χρόνο η αττική διάλεκτος καθιερώνεται σαν εθνική γλώσσα. Και από την πλευρά μας, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτή η γλώσσα με την ιδιάζουσα πλαστικότητά της, τη χάρη της, τον πλούτο της, την ακρίβειά της, έγινε άξια να διατυπωθεί σ’ αυτή το μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας.
Όμως, πώς τούτη η γλώσσα και η παιδεία θα μπορούσε να σπάσει την ασφυκτική γλάστρα από το ελληνικό άστυ, για να γίνει η παγκόσμια γλώσσα, για να μεταφερθεί και να διαδοθεί με αυτή το παγκόσμιο μήνυμα; Ούτε οι Αθηναίοι, στον Χρυσό Αιώνα μετά τους Περσικούς πολέμους, ούτε οι Σπαρτιάτες, στη μόλις οκταετή ηγεμονία τους μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, υπήρξαν ιστορικά προετοιμασμένοι για ένα τέτοιο παγκόσμιο ρόλο. Η ολιγαρχική δομή τους και η κλειστή κοινωνία, δεν τους άφηνε να δουν και να οραματιστούν το παγκόσμιο κράτος, μέσα στο οποίο θα εξαπλωνόταν η παγκόσμια γλώσσα. Αυτόν τον ιστορικό ρόλο ήρθαν να παίξουν οι Μακεδόνες, που με αταλάντευτη τη συνείδηση της ελληνικότητάς τους, ήρθαν να ενώσουν όλο τον ελληνικό χώρο κάτω από ένα κράτος, μια γλώσσα και να προχωρήσουν από εκεί για το μεγάλο τόλμημα προς την Ανατολή.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Ίσως δεν θα ήταν ανάγκη, όμως για τους λίγους που αμφισβήτησαν την ελληνικότητα της Μακεδονίας, θα αναφέρω μερικές γνώμες. Για παράδειγμα, ο Ηρόδοτος, ο «πατέρας της Ιστορίας», γνώριζε επισταμένως και ήταν βέβαιος για την ελληνικότητα της Μακεδονίας, αλλά και οι Μακεδόνες το υποστήριζαν αυτό για τους εαυτούς τους. Ο Στράβων, ο κορυφαίος αυτός γεωγράφος της αρχαιότητας, θα πει σε τόνο αποφθεγματικό κι απόλυτο, «είναι λοιπόν Ελλάδα και η Μακεδονία». Ο δε Βέλοψκ στην ιστορία του της αρχαίας Μακεδονίας, υποστηρίζει ότι «μόνο το όνομα εταίροι, που συναντιέται στον Όμηρο και που μόνο στη Μακεδονία δινόταν στον στρατιωτικό οίκο του βασιλιά, θα ήταν αρκετό να λύσει το πρόβλημα της ελληνικότητας της Μακεδονίας».
Ακόμα μπορούμε να θυμίσουμε ότι οι πρώτοι οι Μακεδόνες ήταν αυτοί που υιοθέτησαν την ιωνική διάλεκτο στις επίσημες διπλωματικές σχέσεις τους με τις πόλεις-κράτη του λοιπού ελληνικού χώρου. Έτσι που σε λίγο, η Θράκη, το Ιλλυρικό και ολόκληρη η χερσόνησος του Αίμου να μιλάει την ελληνική γλώσσα.
Αν έπρεπε να αναφέρουμε παραδείγματα Μακεδόνων βασιλέων που αγκάλιασαν την ελληνική γλώσσα, την παιδεία και την τέχνη, είναι του Αμύντα (498-454 π.Χ.), που με το θαυμασμό του στον ελληνικό πολιτισμό, την τέχνη, την επιστήμη και τη φιλοσοφία, ονομάστηκε «φιλέλληνας». Άνοιξε το παλάτι του σε κορυφαίους των ελληνικών γραμμάτων και της τέχνης, όπως στον Πίνδαρο και άλλους.
Να θυμηθούμε ακόμα τον Αρχέλαο (413-399 π.Χ.), που διέδωσε την ελληνική παιδεία και γλώσσα σε ολόκληρο το βασίλειό του και που στο ανάκτορό του, στην Πέλλα, εκτός από τον Αγάθωνα, τον Ζεύξι και πολλούς άλλους φιλοσόφους, έζησε και ο Ευριπίδης, που εκεί έγραψε την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» και τις «Βάκχες» του. Να θυμηθούμε ακόμα ότι στο Δίο του Ολύμπου καθιέρωσε εννιάμερους Ολυμπιακούς αγώνες, επώνυμους των μουσών, έτσι που το Δίο να αποτελεί την Ολυμπία και τους Δελφούς του μακεδονικού χώρου.

Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ Β'
Η Μακεδονία λοιπόν αφομοίωνε την Αθήνα πριν την μεταφέρει στις εσχατιές του κόσμου, παίζοντας έτσι τον υπεύθυνο και ιστορικό της ρόλο. Το πλήρωμα όμως του χρόνου πλησίαζε όλο και πιο πολύ. Στην Ανατολή η προφητεία είχε συντελεστεί και ζούσε τώρα την περίοδο εκείνη των τεσσάρων αιώνων μεταξύ των δύο Διαθηκών, που ονομάστηκε «περίοδος σιωπής και προσδοκίας». Στον ελλαδικό χώρο, από την άλλη, είχε πια καθιερωθεί το πολύ λεπτό εκείνο γλωσσικό όργανο με τις λεπτεπίλεπτες διακρίσεις, τις πολλές συντακτικές και άλλες πλοκές και την άξια του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Πλάτωνα κομψότητα και χάρη. Πώς όμως ένα τέτοιο όργανο θα μπορούσε να γίνει ευμεταχείριστο σε ανθρώπους τόσο διαφορετικούς στη φύση, την παιδεία και τα επαγγέλματα;
Γι’ αυτό το «πώς» έρχεται στο προσκήνιο ο Φίλιππος Β' (359-336 π.Χ.). Στην αρχή της βασιλείας του εξασφαλίζει τα όρια του κράτους του, οργανώνει στρατό και οικονομικά, και προετοιμάζεται για την εκστρατεία του στην Ανατολή, για χάρη όλων των Ελλήνων. Έπειτα από τη μάχη στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ., στο στάδιο του Ίσθμιου Ποσειδώνα στην Κόρινθο, στο Κοινό Συνέδριο, ανακηρύσσεται αρχιστράτηγος των Ελλήνων στην κοινή εκστρατεία κατά των Περσών.

Ο Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Έτσι, η ελληνική πόλη έδινε πια τη θέση της στην ελληνική ενότητα. Ατυχώς, τον ίδιο χρόνο, στις Αιγές, στο γάμο της κόρης του, ο Φίλιππος δολοφονήθηκε. Και έρχεται στο προσκήνιο ο νεαρός, εικοσάχρονος γιος του, Αλέξανδρος, να ανακηρυχθεί τον ίδιο χρόνο αρχιστράτηγος των Ελλήνων στην εκστρατεία κατά των Περσών. Στην Αμφίπολη μαζεύει όλο τον στρατό του, που εκτός από τους πεζέταιρους, τους σαρισοφόρους, τους τοξότες και τα 160 πλοία, έχει να παρουσιάσει ένα πλήθος από φιλοσόφους, ιστορικούς, γεωγράφους και καλλιτέχνες. Εύκολα θα διαπίστωνε κανείς ότι όλο αυτό το ανθρώπινο πανηγύρι πολύ λίγο έμοιαζε με εκστρατευτικό σώμα. Φαινόταν μάλλον σαν εμπροσθοφυλακή ενός έθνους, που το ιστορικό του πεπρωμένο το είχε κιόλας ξεριζώσει από το στενάχωρο μητρικό του φυτώριο, για να το μεταφυτεύσει στο χωράφι μιας ολόκληρης Ανατολής. Κι αν αυτή τη διαπίστωση δεν την έκανες μόνος σου εκείνη την ημέρα στην Αμφίπολη, θα σου το έλεγαν ο Αναξιμένης, ο Καλλισθένης, ο Νέαρχος, ο Δεινοκράτης, ο Αριστόνικος και τόσοι άλλοι που ακολουθούσαν τον Μ. Αλέξανδρο.

ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ
Στην Ιερουσαλήμ θα μπει με το στρατό του, μάλλον σαν προσκυνητής παρά σαν κατακτητής. Ο Ιώσηπος μάς πληροφορεί ότι τον υποδέχτηκε το ιουδαϊκό ιερατείο με επικεφαλής τον Αρχιερέα. Όταν ο Αλέξανδρος είδε από μακριά τον Αρχιερέα με την υακίνθινη και διάχρυση στολή του και στο κεφάλι του να φοράει τη μίτρα με ένα έλασμα πάνω της όπου ήταν γραμμένο το όνομα του Θεού, προχώρησε μόνος του, προσκύνησε το όνομα και πρώτος φίλησε τον Αρχιερέα. Και όταν ο Παρμενίωνας του παρατήρησε ότι αυτός τον οποίον προσκυνούν όλοι οι λαοί της γης, πώς προσκύνησε τον Αρχιερέα, η απάντηση του Αλέξανδρου ήταν ότι δεν προσκύνησε τον Αρχιερέα, αλλά τίμησε τον Θεό μέσω της αρχιεροσύνης. Αφού τον καλωσόρισαν εγκάρδια σαν ελευθερωτή από τα δεσμά των Μήδων και Περσών, του έδειξαν το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ και του διάβασαν τις περικοπές που ανέφεραν ότι κάποιος Έλληνας θα κατέλυε την Περσική αυτοκρατορία.

ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ
Στη συνέχεια πηγαίνει στην Αίγυπτο, όπου χτίζει την Αλεξάνδρεια, μια μεγάλη ελληνική και πολυάριθμη πόλη που έφερε το όνομά του. Το πόσο μεγάλη και πόσο ελληνική ήταν, θα μπορούσαμε να το διαπιστώσουμε ελάχιστες δεκαετίες αργότερα, όταν θα βλέπαμε εκεί ένα εκατομμύριο Ιουδαίους ελληνιστές που απομακρύνθηκαν από την εβραϊκή γλώσσα και μιλούσαν σαν μητρική τους γλώσσα την ελληνική. Ήταν για τις θρησκευτικές ανάγκες αυτών των ανθρώπων, που ο βασιλιάς Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος ανέθεσε σε 72 σοφούς τη μετάφραση των Εβραϊκών Γραφών, από το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο, στα ελληνικά. Μετάφραση που έμεινε στην Ιστορία σαν «των Εβδομήκοντα». Οι Drioton και Vandier, στη μελέτη τους για τους λαούς της Ανατολικής Μεσογείου, γράφουν ότι «συρρέουν στην Αλεξάνδρεια και υποτάσσονται στην ελληνική γλώσσα και παιδεία, ώστε οι Γραφές να μεταφραστούν για χάρη τους στα ελληνικά».

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ
Θα αναφέρουμε απλά ότι μετά τα Γαυγάμηλα, την ιστορική εκείνη σύγκρουση που οι Μακεδόνες αντιμετώπισαν ένα εκατομμύριο Ασιάτες, μετά τα Άρβυλα και τη Βαβυλώνα, τα Σούσα και την Περσέπολη και τη δολοφονία του Δαρείου, ο Αλέξανδρος διαβαίνει ασταμάτητος και ανίκητος τον Ινδικό Καύκασο. Τέλος χτίζεται η Έσχατη Αλεξάνδρεια, τελευταία σε μια αλυσίδα από δεκάδες Αλεξάνδρειες, που όλες ήταν κέντρα εξελληνισμού και εκπολιτισμού της Ανατολής. Το μεγάλο λοιπόν όνειρο, αλλά ταυτόχρονα και ο θείος σκοπός επιτελούνται. Το παγκόσμιο κράτος είναι πια γεγονός.
Πριν το τραγικό εκείνο βράδυ της 11ης Ιουνίου του 323 π.Χ., και τον θάνατό του, ο Αλέξανδρος δέχεται στη Βαβυλώνα πρέσβεις από τα πέρατα της γης, Καρχηδόνιους, Αιγύπτιους, Αιθίοπες, κέλτες, Ίβηρες, Σκύθες, Λίβυες, Λευκανούς, Τυρρηνούς και πρεσβείες από όλο τον ελλαδικό χώρο. Με τη φυλετική αυτή ανάμειξη Ελλήνων και Ασιατών, ο Αλέξανδρος ενώνει τους δύο μέχρι τότε αντιμαχόμενους κόσμους και με την προσπάθειά του για ομόνοια και συνεργασία, τους θεωρεί όλους ίδιους. Ο άλλοτε βασιλιάς των Μακεδόνων γίνεται τώρα ο ηγεμόνας της ανθρωπότητας. Όλη αυτή η συγχώνευση νικητών και νικημένων, Ασιατών και Ευρωπαίων σ’ ένα παγκόσμιο κράτος στηριγμένο στην ελληνική παιδεία, μ’ ένα κοινό μέσο συνεννόησης, την ελληνική γλώσσα, επιτυγχάνεται σε χρόνο ρεκόρ, 12 χρόνων και 8 μηνών, δηλαδή, τότε που ο Αλέξανδρος είχε γίνει 32 ετών.
Ο απόστολος Παύλος, ο απόστολος των εθνών, έρχεται μετά από τέσσερις περίπου αιώνες, ανταποκρινόμενος στη φωνή και στην πρόσκληση του Μακεδόνα, να ιδρύσει την παγκόσμια εκκλησία του Χριστού. Και το πετυχαίνει επειδή υπήρχαν τότε οι απαραίτητες ιστορικές προϋποθέσεις, δηλαδή το παγκόσμιο κράτος (ρωμαϊκό πλέον), η παγκόσμια γλώσσα (η ελληνική) και η παγκόσμια ειρήνη (Pax Romana), την οποία δεν πρόλαβε να προσφέρει ο Αλέξανδρος, δεν μπόρεσαν να την προσφέρουν ούτε οι διάδοχοί του και οι επίγονοι, αλλά την πρόσφερε η Ρώμη.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Έρχεται τώρα το μεγάλο ερώτημα: Είχε το έργο του Μ. Αλεξάνδρου έντονη σφραγίδα μεσσιανικότητας; Ή ακόμα περισσότερο: Είχε μήπως αυτός ο ίδιος συνείδηση μιας τέτοιας μεσσιανικότητας; Αν και από τη φύση τους, τα ερωτήματα αυτά, ιδιαίτερα το δεύτερο, δεν δέχονται δογματισμούς και αφοριστικές διατυπώσεις, όμως θα αναφερθώ σε δύο γνώμες, από τις οποίες συντάσσομαι με τη δεύτερη.
Η πρώτη είναι η γνώμη ενός Αμερικανού αρχαιολόγου, του Unger, που στο έργο του «Η αρχαιολογία της Βίβλου» γράφει: «Τα σπέρματα της ελληνικής παιδείας που τα στρατεύματα του Μ. Αλεξάνδρου σκόρπισαν εδώ κι εκεί, έφεραν άφθονη συγκομιδή στα χρόνια του Ιησού, του Παύλου και των άλλων αποστόλων. Ήταν ένας από τους δρόμους που θα οδηγούσε στο πλήρωμα του χρόνου, τότε που ο Θεός εξαπέστειλε τον Γιο Του. Ο εθνικός Αλέξανδρος, κατά μια έννοια, είχε τόσο σαφή και μεγαλεπήβολο σκοπό στην προετοιμασία του δρόμου για τον Χριστιανισμό, όσο ο Χριστιανός Παύλος στο κήρυγμα και την εξάπλωσή του». Ενώ είναι οπωσδήποτε υπερβολή να δεχθούμε ότι ο Μ. Αλέξανδρος είχε «τόσο σαφή και μεγαλεπήβολο σκοπό όσο ο Παύλος», μπορούμε να συμφωνήσουμε παρ’ όλα αυτά, με τη γνώμη του Holzner, στο έργο του «Παύλος», όταν λέει ότι: «και οι πιο μεγάλοι άνθρωποι της ιστορίας, είτε Αλέξανδροι λέγονται είτε Καίσαρες, είναι πρόδρομοι που ανοίγουν το αυλάκι για να πέσει ο θείος σπόρος». Και πράγματι μια τέτοια συμβολή ποιος μπορεί να αρνηθεί στο γιο του Φίλιππου.
Όμως θα έπρεπε να πούμε λίγα ακόμα λόγια για τη γλώσσα εκείνη, που ξεκινώντας από μια αττική-ιωνική διάλεκτο, έγινε η «κοινή», η παγκόσμια ελληνιστική. Όσο επιβλητική και να ήταν η παρουσία της στο χώρο που καθιερώθηκε, δεν μπόρεσε παρά να υποστεί κάποιες αλλοιώσεις, όπως ακριβώς το φυτό στη μεταφύτευσή του και στον αγώνα προσαρμογής στο περιβάλλον. Έγινε η κοινή γλώσσα Ελλήνων, Αιγυπτίων, Ιουδαίων, Αράβων, Σύρων, Περσών και Βαβυλωνίων. Έτσι απλοποιημένη, έγινε ακόμα πιο κατάλληλη για τη μεγάλη της αποστολή, της παγκόσμιας χρήσης της. Και επειδή μέχρι την εποχή του Χριστού παρέμεινε καθαρή από ξένες λέξεις, έγινε ένα εξαιρετικό όργανο απλής, καθαρής και δυνατής έκφρασης. Τρανή απόδειξη τούτου είναι η Καινή Διαθήκη, που οι υψηλές ηθικές της έννοιες εκφράστηκαν με αυτή την εξομαλυσμένη και απλή γλώσσα. Στη γλώσσα αυτή, όπως ήδη είπαμε, μεταφράστηκαν οι Εβραϊκές Γραφές. Στη γλώσσα αυτή γράφτηκε η Καινή Διαθήκη. Στη γλώσσα αυτή κηρύχθηκε το Ευαγγέλιο. Στη γλώσσα αυτή άνθισε η πρώτη χριστιανική φιλολογία. Από αυτή τη γλώσσα σήμερα μεταφράζεται σε χιλιάδες γλώσσες και διαλέκτους ολόκληρη η Αγία Γραφή, ή βιβλία της.

Ο «ΑΝΔΡΑΣ Ο ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ»
Έπειτα από την περίλαμπρη ελληνιστική εποχή που ακολούθησε τους Πτολεμαίους, τους Σελευκίδες και τους Αντιγονίδες, τώρα όλα αυτά τα έχει σκεπάσει ή προσπαθούσε να τα σκεπάσει η νύχτα που είχε έρθει, με την ταπείνωση που είχε φέρει η ήττα του Περσέα στην Πύδνα το 168 π.Χ. και ο εξευτελισμός της διαίρεσης της κοσμοκράτειρας Μακεδονίας σε τέσσερα απομονωμένα εμπορικά, κοινωνικά κομμάτια υπόδουλης γης. Το 146 π.Χ., υπό τον Μόμμιο, η Μακεδονία, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα, ήταν ρωμαϊκή επαρχία, που τη διοικούσε Ρωμαίος ανθύπατος. Ο μακεδονικός χώρος έμοιαζε ένα ποδοπατημένο σταυροδρόμι των ρωμαϊκών λεγεώνων και ένα επανειλημμένο θέατρο πολέμων, που όμως δεν ήταν πια για τη δική της δόξα. Μέσα σ’ αυτή τη νύχτα ξεπρόβαλλε ο «άνδρας ο Μακεδόνας» (Πράξεις 16:9). Ποιος ήταν αυτός, δεν ξέρουμε. Η Βιβλική αφήγηση τον θέλει ανώνυμο κι όρθιο, ίσως και με απλωμένα χέρια, που περίμενε βοήθεια. Ήταν ένας Μακεδόνας, κάποιος μέσα από τους πολλούς, που αντιπροσώπευε όλη τη Δύση και ομολογούσε μέσα στη νύχτα, τη δική της νύχτα που την είχε τυλίξει. Έτσι, στο όραμα αυτό, τη στιγμή που η Δύση συναντήθηκε με την Ανατολή, η έκκληση του Μακεδόνα έγινε ο ούριος άνεμος που φούσκωσε τα πανιά κι άνοιξε το δρόμο στον Παύλο για να ακούσουν το Ευαγγέλιο από αυτόν όλα τα έθνη.
Αλλά ποιος ήταν αυτός ο Παύλος; Ο Παύλος, για να γίνει απόστολος των εθνών έπρεπε να είναι Ιουδαίος στην πίστη, Ελληνιστής στην παιδεία και Ρωμαίος στην υπηκοότητα. Το δεύτερο τού το πρόσφερε ο Μακεδόνας μαθητής του Αριστοτέλη. Η Ταρσός, στην οποία γεννήθηκε ο Παύλος ήταν στην εποχή του κέντρο που ακτινοβολούσε την ελληνιστική παιδεία, τη γλώσσα και την τέχνη. Έτσι, ο Παύλος έγινε ο μόνος αρμόδιος για να κινηθεί μέσα στον ελληνικό χώρο, να κηρύξει στην κοινή παγκόσμια γλώσσα, να περπατήσει την αυτοκρατορία του Ρωμαίου κατακτητή ελεύθερα, να σταθεί σε διεθνή λιμάνια, σαν τη Θεσσαλονίκη, τη Νικόπολη, την Κόρινθο, να απευθυνθεί σε Αθηναίους και να γράψει σε μια μόνη γλώσσα, σε εκκλησίες και της Ασίας και της Ευρώπης.
Όταν ο Παύλος απέπλευσε από την Τρωάδα ήταν Αύγουστος του 40 μ.Χ. Τη στιγμή που η αποστολική ομάδα (Παύλος, Λουκάς, Τιμόθεος και Σίλας) αποβιβαζόταν στη Νεάπολη, τη σημερινή Καβάλα, κάτι συγκλονιστικό και μοναδικό γινόταν για την ιστορία του κόσμου μας. Πριν από τέσσερις αιώνες η Δύση με τον Αλέξανδρο πρόσφερε στην Ανατολή την ελληνική γλώσσα, την ελληνική παιδεία, την ελληνική τέχνη. Τώρα η Ανατολή με το εκλεκτό της τέκνο τον Παύλο από την Ταρσό, πρόσφερε ό,τι πιο πολύτιμο θα μπορούσε να περιμένει η Δύση και ο κόσμος όλος: το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, που στη Α' επιστολή του Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς συνοψίζεται στα τρία αυτά στοιχεία: «Επιστρέψατε προς τον Θεό από τα είδωλα, για να δουλεύετε έναν Θεό ζωντανό και αληθινό και να προσμένετε τον Υιό του από τους ουρανούς» (1:9-10). Είναι το Ευαγγέλιο που κηρύχθηκε τότε σε όλη τη Μακεδονία και που σήμερα είναι ανάγκη να κηρυχθεί σε όλον τον κόσμο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Μακάρι σαν Έλληνες με τούτη τη βαριά κληρονομιά και τούτα τα μοναδικά προνόμια που έχουμε, να συνειδητοποιήσουμε τον ιστορικό μας ρόλο και να αναλάβουμε τις ιστορικές μας ευθύνες.
του Μ. Αγγελάτου

15/11/11

Ο Μ. Αλέξανδρος, η Μακεδονία και η Αγία Γραφή

Ο Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
«Επειδή, από σας ο λόγος του Κυρίου διασαλπίστηκε, όχι μονάχα στη Μακεδονία και στην Αχαΐα, αλλά η φήμη της πίστης σας προς τον Θεό έφτασε και σε κάθε τόπο...» (Α' Θεσ.1:8).
Σύμφωνα με την περιγραφή του Εβραίου ιστορικού Ιώσηπου, όταν ο Μ. Αλέξανδρος μπήκε χωρίς σοβαρά εμπόδια στην Ιερουσαλήμ, το 332 π.Χ., τον υποδέχτηκε το ιουδαϊκό ιερατείο με επικεφαλής τον Αρχιερέα με την υακίνθινη και διάχρυση στολή του. Αφού τον καλωσόρισαν εγκάρδια σαν ελευθερωτή από τα δεσμά των Μήδων και Περσών, του έδειξαν το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ και του διάβασαν τις περικοπές που αφορούσαν τις κατακτήσεις του και ιδιαίτερα τη συντριβή της Περσικής αυτοκρατορίας. Αφού τους άκουσε με πολλή προσοχή και ευγένεια, τους ευχαρίστησε για τη φιλική τους και εγκάρδια υποδοχή που του επιφύλαξαν και για τις προφητείες που διάβασαν από το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ. Τότε, κατά την παράδοση, ζήτησε από τους σοφούς, που τον ακολουθούσαν, να μεταφράσουν όλα τα βιβλία των ιερών Γραφών στην ελληνική γλώσσα. Αλλά, δεν ευτύχησε να δει τις Γραφές μεταφρασμένες στα ελληνικά, γιατί πέθανε νέος. Όμως, ο γιος του διαδόχου του, ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος Β', ξεκίνησε τη μετάφραση των ιερών κειμένων των Γραφών, το 285 π.Χ., με τους εβδομήντα δύο σοφούς Εβραίους Ελληνιστές. Το έργο της μετάφρασης ολοκληρώθηκε μετά από εκατό περίπου χρόνια και είναι η λεγόμενη μετάφραση των Εβδομήκοντα ή Ο'.

ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΑΝΙΗΛ
Ο προφήτης Δανιήλ ήταν ένας από τους αιχμάλωτους του Ναβουχοδονόσωρ, της πανίσχυρης τότε Βαβυλωνιακής αυτοκρατορίας. Η αιχμαλωσία έγινε το 606 π.Χ., κατά την πρώτη εκστρατεία, όταν βασιλιάς του Ιούδα ήταν ο Ιωακείμ (Β' Βασ.24:1, Δαν.1:1-6). Μετά την πτώση της αυτοκρατορίας αυτής από τους Μήδους και Πέρσες, ο Δανιήλ με άλλους διακεκριμένους συμπατριώτες του μεταφέρθηκαν στο παλάτι των Μήδων και Περσών. Εκεί κατέλαβε μια από τις πιο υψηλές θέσεις και έγινε έγινε ένας από τρεις προέδρους που ήταν πάνω από τους 120 σατράπες του βασιλείου κι ο τρίτος άρχοντας της αυτοκρατορίας (Δαν.5:29, 6:3). Αν και κατείχε τόσο μεγάλη θέση, η επιθυμία του ήταν ο λαός του να επιστρέψει πίσω στη γη των πατέρων του. Γι’ αυτό προσευχόταν συνέχεια στον Θεό που λάτρευε, για να εκπληρωθεί η προφητεία του (25:11-12), ώστε οι αιχμάλωτοι συμπατριώτες του να επιστρέψουν στη γη τους, στην Ιουδαία και στην Ιερουσαλήμ.
Ο Θεός άκουσε τις προσευχές του και του απάντησε με διάφορες οράσεις. Ανάμεσα σ’ αυτές, του έδειξε όλη την πορεία της ιστορίας, που ανάμεσα στα άλλα αφορούσε και τον Έλληνα Μακεδόνα, τον Μ. Αλέξανδρο, ο οποίος άλλαξε την πορεία της ιστορίας τού τότε γνωστού κόσμου.
Οι προφητείες έχουν ως εξής:
«Κι ενώ εγώ σκεπτόμουν, να, ένας τράγος ερχόταν από τη δύση επάνω στο πρόσωπο ολόκληρης της γης και δεν άγγιζε το έδαφος. Και ο τράγος είχε ένα κέρας περίβλεπτο ανάμεσα στα μάτια του» (Δαν.8:5). Στο κεφάλαιο 8:21, ο προφήτης αναφέρει ποιος θα ήταν αυτός ο τράγος που θα ερχόταν από τη Δύση: «Και ο τριχωτός τράγος είναι ο βασιλιάς της Ελλάδας, και το μεγάλο κέρας, που είναι ανάμεσα στα μάτια του, αυτός είναι ο πρώτος βασιλιάς». Επίσης, σε μια άλλη προφητεία του, ο Δανιήλ μας πληροφορεί: «Και αφού κραταιωθεί μέσα στον πλούτο του (ο βασιλιάς της Περσίας), θα διεγείρει το παν ενάντια στο βασίλειο της Ελλάδας. Θα σηκωθεί ένας δυνατός βασιλιάς και θα εξουσιάζει με μεγάλη δύναμη και θα κάνει σύμφωνα με τη θέλησή του» (11:2-3).
Έτσι μαθαίνουμε από αυτές τις προφητείες, ότι ο τριχωτός τράγος που θα ερχόταν από τη Δύση, θα ήταν βασιλιάς της Ελλάδας. Όπως είναι γνωστό από την ιστορία, σύμφωνα με τις προφητείες αυτές, ο Μ. Αλέξανδρος, ο Μακεδόνας βασιλιάς της Ελλάδας, με τις ανίκητες μακεδονικές φάλαγγες που έφεραν σάρισες, με το ένδοξο ιππικό και το γενναίο πεζικό του, πράγματι στο πέρασμά του συνέτριβε και καταπατούσε τους εχθρούς του στη μεγάλη του αυτή εκστρατεία.
Στη συνέχεια διαβάζουμε στο βιβλίο του Δανιήλ ότι: «συντρίφτηκε και ανέβηκαν τέσσερις αντί αυτού, σημαίνει ότι τέσσερα βασίλεια θα σηκωθούν από το έθνος αυτό, όχι, όμως, σύμφωνα με τη δική του δύναμη» (8:22). Όπως ξέρουμε από την ιστορία, μετά το θάνατο του μεγάλου στρατηλάτη, τη Μακεδονική αυτοκρατορία τη διαμοιράστηκαν οι τέσσερις στρατηγοί του, που ήταν Έλληνες Μακεδόνες: ο Κάσσανδρος την Ελλάδα, ο Λυσίμαχος τη Μ. Ασία, ο Σέλευκος την Ασία και ο Πτολεμαίος την Αίγυπτο.
Στο βιβλίο των Μακκαβαίων διαβάζουμε ότι «ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας, γιος του βασιλιά Φιλίππου... έγινε βασιλιάς στη θέση του Δαρείου, όπως βασίλευε ήδη και στην Ελλάδα» (Α' Μακκ.1:1). Επίσης, στο ίδιο βιβλίο διαβάζουμε ότι «ο Αλέξανδρος ο Μακεδόνας, γιος του Φιλίππου, ο βασιλιάς που βασίλεψε πρώτος στους Έλληνες» (Α' Μακκ.6:2). Έτσι λοιπόν μαθαίνουμε ότι ο Μ. Αλέξανδρος, ο Μακεδόνας, ήταν βασιλιάς ολόκληρης της Ελλάδας (βόρειας και νότιας).

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΥΛΟΣ
Μελετώντας την Κ. Διαθήκη, βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για την ελληνικότητα της Μακεδονίας και για τους κατοίκους της, που ήταν και είναι Έλληνες από την αρχαιότητα.
Τις πρώτες πληροφορίες τις παίρνουμε από το βιβλίο των Πράξεων των αποστόλων, του οποίου συγγραφέας είναι ο Λουκάς, ο Έλληνας γιατρός και συνοδοιπόρος του απόστολου Παύλου.
Σ’ ένα από τα ταξίδια του στην Ασία, ο απόστολος Παύλος, μαζί με την ομάδα του, θέλησε να επισκεφτεί τη Βιθυνία στον Πόντο, «όμως, δεν τους άφησε το Πνεύμα», αναφέρει ο Λουκάς. Έτσι αναγκάστηκαν να κατέβουν στην Τρωάδα. Εκεί, ο Παύλος είδε ένα όραμα τη νύχτα: «Ένας άνδρας Μακεδόνας στεκόταν όρθιος, παρακαλώντας τον και λέγοντας: Διάβα στη Μακεδονία και βοήθησέ μας» (Πράξ,16:6-10).
Η ερώτηση είναι: Σε ποια γλώσσα μίλησε ο Μακεδόνας στον Παύλο; Όχι βέβαια στη σλαβική, εφόσον τότε δεν υπήρχε στην περιοχή της Μακεδονίας τέτοια γλώσσα, αλλά ούτε και ο Παύλος γνώριζε τέτοια γλώσσα. Αυτό που γνωρίζουμε από την Κ. Διαθήκη είναι ότι ο Παύλος μιλούσε πολλές γλώσσες, μεταξύ αυτών και την ελληνική, γνώριζε τον πολιτισμό, και τους μεγάλους ποιητές των Ελλήνων (Πράξ.17:28), αλλά δεν αναφέρεται πουθενά ότι μιλούσε τη σλαβική, άγνωστη τότε γλώσσα στην περιοχή αυτή. Άρα, ο Μακεδόνας στο όραμα μίλησε στον Παύλο στην ελληνική γλώσσα που γνώριζε και που διέδωσε ο Μ. Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του στον τότε γνωστό κόσμο.
Μετά το όραμα αυτό, ο Παύλος και η ομάδα του ξεκίνησαν για τη Μακεδονία και μέσω της Σαμοθράκης και της Νεάπολης (σημερινής Καβάλας) έφτασαν δια της Εγνατίας οδού στους Φιλίππους «που είναι η πρώτη πόλη εκείνου του μέρους της Μακεδονίας, Ρωμαϊκή αποικία», αναφέρει ο Λουκάς (Πράξ.16:11-12).

ΟΙ ΦΙΛΙΠΠΟΙ
Η Νεάπολη, η σημερινή Καβάλα, ήταν ένα μικρό χωριό ψαράδων, το λιμάνι των Φιλίππων. Οι Φίλιπποι πήραν το όνομά τους από τον Φίλιππο Β', τον πατέρα του Μ. Αλεξάνδρου. Προηγουμένως ονομάζονταν Κρηνίδες, εξαιτίας των πολλών και άφθονων νερών που υπήρχαν και υπάρχουν στην περιοχή αυτή. Την πόλη αυτή την ίδρυσαν οι Αθηναίοι που βρίσκονταν εξόριστοι στη Θάσο, οι οποίοι με μερικούς κατοίκους του νησιού ήρθαν στις Κρηνίδες και έκτισαν την πόλη αυτή με το όνομα αυτό δίπλα στις παλιές Κρηνίδες. Μεταξύ άλλων, στην περιοχή αυτή υπήρχαν πλούσια μεταλλεύματα χρυσού, άφθονα νερά, εύφορες πεδιάδες και άφθονη πέτρα για να χτίσουν την πόλη τους. Οι πρώτοι κάτοικοι της πόλης αυτής, λοιπόν, ήταν Έλληνες που μιλούσαν ελληνικά. Αργότερα, εποικίστηκε και από άλλους Έλληνες Μακεδόνες, από Εβραίους και από Ρωμαίους κατακτητές. Επειδή όμως η γλώσσα των πρώτων κατοίκων ήταν η ελληνική, όλοι όσοι ήρθαν αργότερα, έμαθαν και μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Αυτό συνάγεται από το ότι ο Παύλος και οι σύντροφοί του κήρυξαν στην ελληνική γλώσσα και όταν έγραψε την επιστολή προς τους Φιλιππησίους, την έγραψε στην ελληνική, γιατί οι παραλήπτες της ήξεραν μόνον ελληνικά.
Στη φυλακή των Φιλίππων, ο Παύλος και οι σύντροφοί του υμνούσαν τον Θεό στα ελληνικά, για να ακούνε την υμνωδία και οι άλλοι φυλακισμένοι. Ο δεσμοφύλακας της φυλακής μίλησε στον Παύλο και στους συντρόφους του στα ελληνικά: «Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;». Η απάντηση του Παύλου ήταν στη γλώσσα του: «Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό και θα σωθείς, εσύ και η οικογένειά σου» (Πράξ.16:29-31). Όσοι διαβάζουν την Αγία Γραφή ξέρουν την ιστορία αυτού του επεισοδίου.
Ένας άλλος λόγος που οι Μακεδόνες ήταν Έλληνες, είναι ότι οι επώνυμοι της Εκκλησίας αυτής των Φιλίππων είχαν ονόματα ελληνικά: Ευωδία, Συντύχη, Επαφρόδιτος και Κλήμης (Φιλιπ.2:4, 4:2-3,18). Οι Φιλιππήσιοι αυτοί ήταν συνεργάτες του Παύλου, και είναι ονόματα που δείχνουν την ελληνικότητα των κατοίκων της πόλης αυτής.
Μετά την αποφυλάκιση του Παύλου και του Σίλα, οι Ρωμαίοι στρατηγοί της πόλης τους «παρακαλούσαν να αναχωρήσουν από την πόλη. Και εκείνοι, όταν βγήκαν από τη φυλακή, πήγαν στο σπίτι της Λυδίας και αφού είδαν τους αδελφούς, τους παρηγόρησαν και αναχώρησαν» (Πράξ.16:35-40). Σε ποια γλώσσα μίλησαν οι Ρωμαίοι στον Παύλο; Είμαι βέβαιος ότι η συνομιλία τους έγινε στην ελληνική γλώσσα.

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Μετά από τους Φιλίππους, ο Παύλος και η ομάδα του, ακολουθώντας την Εγνατία οδό, πέρασαν από ελληνικές πόλεις με ελληνικά ονόματα και ελληνικούς πληθυσμούς, την Αμφίπολη και την Απολλωνία. Φαίνεται, ότι επειδή δεν υπήρχαν εβραϊκοί πληθυσμοί με συναγωγές, δεν έμειναν σ’ αυτές τις τόσο ξακουστές και ιστορικές πόλεις. Μέσω αυτών των πόλεων έφτασαν στη Θεσσαλονίκη, την πρωτεύουσα της ελληνικής Μακεδονίας. Η πόλη αυτή έχει το όνομα της αδελφής του Μ. Αλεξάνδρου. Εκεί, ο Παύλος και η ομάδα του μπήκαν στη συναγωγή των Ιουδαίων και τρία Σάββατα συζητούσε μαζί τους από τις Γραφές, εξηγώντας και αποδεικνύοντας, ότι ο Χριστός έπρεπε να πάθει και να αναστηθεί από τους νεκρούς και ότι αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός για τον οποίο τους μιλούσε. Και μερικοί από αυτούς πείστηκαν και ενώθηκαν με τον Παύλο και τον Σίλα, και από τους θεοσεβείς Έλληνες ένα μεγάλο πλήθος και πολλές από τις πρώτες γυναίκες (Πράξ.17:1-4).
Ποιοι ήταν αυτοί που πίστεψαν και ενώθηκαν με την ομάδα του Παύλου; Φαίνεται, από το «και από αυτούς», ότι αυτοί που πίστεψαν στον Ιησού Χριστό ήταν Ιουδαίοι, ένα μεγάλο πλήθος από τους θεοσεβείς Έλληνες, προσήλυτους στον μονοθεϊσμό του Ιουδαϊσμού και πλούσιες Ελληνίδες γυναίκες της άρχουσας τάξης της πόλης και πολλοί ειδωλολάτρες Έλληνες, όπως μαθαίνουμε από την Α' προς Θεσσαλονικείς επιστολή του Παύλου «πώς επιστρέψατε στον Θεό από τα είδωλα» (Α' Θεσ.1:9). Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι αυτοί που πίστεψαν στον Ιησού Χριστό ήταν Ιουδαίοι και Έλληνες που μιλούσαν την ελληνική γλώσσα και γι’ αυτό τους μίλησε στην ελληνική και όχι σε κάποια άλλη γλώσσα. Επίσης, όπως ξέρουμε, τις δύο επιστολές που έγραψε ο Παύλος, τις έγραψε στην ελληνική γλώσσα, γιατί οι παραλήπτες αυτών των επιστολών, αυτή τη γλώσσα ήξεραν, μιλούσαν και μπορούσαν να διαβάσουν και να καταλάβουν αυτά που τους έγραφε ο Παύλος.
Από τη δεύτερη αυτή ευρωπαϊκή μακεδονική εκκλησία, τρεις επιφανείς Έλληνες ενώθηκαν στην ομάδα του Παύλου και τον ακολούθησαν σε πολλά ταξίδια του. Ήταν ο Αρίσταρχος, ο Σεκούνδος και ο Γάιος. Μόνον ο Σεκούνδος είχε λατινικό όνομα, αλλά με ελληνική καταγωγή. Την πληροφορία αυτή μας τη δίνει ο Λουκάς στις Πράξεις: «Μαζί του, μάλιστα, ακολουθούσε... από τους Θεσσαλονικείς ο Αρίσταρχος και ο Σεκούνδος και ο Γάιος» (20:4). Αλλού, ο Λουκάς μας πληροφορεί ότι «άρπαξαν μαζί τον Γάιο και τον Αρίσταρχο, τους Μακεδόνες, συνοδοιπόρους του Παύλου» (19:29). Το επεισόδιο αυτό έγινε στην Έφεσο, όταν κάποιος αργυροχόος ονόματι Δημήτριος, που κατασκεύαζε αγαλματίδια της θεάς Άρτεμης, ξεσήκωσε τους Εφεσίους εναντίον του Παύλου, γιατί ζημίωνε τα κέρδη του από τη δουλειά του, όταν άρχισαν πολλοί να πιστεύουν στον Ιησού και εγκατέλειπαν την ειδωλολατρία (Πράξεις 19:23-29). Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τα τρία διακεκριμένα πρόσωπα, συνοδοιπόροι του Παύλου, να είναι Έλληνες Μακεδόνες από τη Θεσσαλονίκη με ελληνικά ονόματα.
Εκτός από τα τρία αυτά άτομα, που αναφέραμε και ενώθηκαν με την ομάδα του Παύλου, ήταν και ο Ιάσων, στο σπίτι του οποίου κατέφυγε ο Παύλος, όταν ξεσηκώθηκε εναντίον του διωγμός από μερικούς φανατικούς Ιουδαίους. Φαίνεται ότι ήταν σημαντικό πρόσωπο στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης, στο σπίτι του οποίου μπορούσαν να βρουν προστασία.
Σύμφωνα με τη διήγηση του Λουκά, οι Ιουδαίοι που δεν πείθονταν, μαζί με μερικούς κακούς και χυδαίους ανθρώπους όρμησαν στο σπίτι του Ιάσονα για να συλλάβουν τον Παύλο μαζί με τους συνεργάτες του και να τους δικάσουν μπροστά στους πολιτάρχες. Και αφού δεν βρήκαν τον Παύλο, πιάσανε τον Ιάσονα μαζί με μερικούς νέους στην πίστη Χριστιανούς και τους έσυραν στους πολιτάρχες. Εκεί όμως δεν βρήκαν τίποτε εναντίον τους και αφού πήραν εγγύηση, οι πολιτάρχες τους απέλυσαν (Πράξ.17:5-7).

Η ΒΕΡΟΙΑ
Αφού απολύθηκαν με εγγύηση, ο Ιάσων τη νύχτα φυγάδεψε τον Παύλο και την ομάδα του. Μαζί έφυγαν και οι δυο Θεσσαλονικείς, ο Αρίσταρχος και ο Γάιος, επειδή ήξεραν το δρόμο προς τη Βέροια. Μόλις έφτασαν στη Βέροια, ο Παύλος και οι ομάδα του ήρθαν σε επαφή με το ιουδαϊκό στοιχείο. Πήγαν στη συναγωγή, κατά τη συνήθειά τους. Ο Λουκάς αναφέρει ότι Ιουδαίοι στη Βέροια ήταν «ευγενέστεροι από εκείνους στη Θεσσαλονίκη, επειδή δέχτηκαν τον λόγο με κάθε προθυμία, εξετάζοντας καθημερινά τις Γραφές» (Πράξ.17:10-11). Η έκφραση «καθημερινά τις Γραφές» σημαίνει ότι δεν εξέταζαν τις Γραφές στη συναγωγή, αλλά σε ειδικό ανοικτό χώρο. Εκεί μπορούσε ο καθένας να αναπτύξει τις ιδέες και τα πιστεύω του. Την εποχή εκείνη, σχεδόν σε κάθε ελληνική πόλη, υπήρχε η αγορά, με ένα ειδικό βήμα για τον ομιλητή.
Σε ποια γλώσσα εξέταζαν και ερευνούσαν τις Γραφές. Είμαι βέβαιος, στην ελληνική και από τη μετάφραση των Ο'. Επειδή την εποχή εκείνη, οι Εβραίοι αφομοιώθηκαν γλωσσικά με τον ντόπιο πληθυσμό και μιλούσαν επίσημα την ελληνική γλώσσα.
Το αποτέλεσμα των προσπαθειών του Παύλου και των συνεργατών του ήταν: «Πολλοί μεν, λοιπόν, από αυτούς πίστεψαν και από τις επίσημες Ελληνίδες γυναίκες και από τους άνδρες όχι λίγοι» (Πράξ.17:12). Τι σημαίνει η έκφραση «πολλοί από αυτούς πίστεψαν»; Ποιοι ήταν αυτοί; Σίγουρα, από τους Ιουδαίους συνομιλητές, πιθανόν και άλλοι. Επίσης, ήταν και μερικές Ελληνίδες της υψηλής κοινωνίας και πλούσιες και πολλοί Έλληνες. Ο Λουκάς δεν αναφέρει καμιά άλλη εθνότητα, παρά μόνον Έλληνες και Ιουδαίους που μιλούσαν την ελληνική γλώσσα. Από αυτή την καινούργια εκκλησία των πιστών στην πόλη της Βέροιας, μαθαίνουμε ότι στην ομάδα του Παύλου προσκολλήθηκε και ακολούθησε ο Σώπατρος ο Βεροιαίος (Πράξ.20:4). Ήταν Έλληνας Μακεδόνας με ελληνικό όνομα, που σημαίνει «σωτήρας του πατέρα».
Από όλη αυτή τα μελέτη μας, συνάγεται το συμπέρασμα ότι την εποχή εκείνη, όπως και σήμερα, η Μακεδονία ήταν ελληνική, με ελληνικούς πληθυσμούς κυρίως, με ελληνική γλώσσα, γράμματα και πολιτισμό και ελληνικές, στην πλειοψηφία, χριστιανικές εκκλησίες. Ήταν και είναι ο ίδιος λαός με τη νότια Ελλάδα, με την ίδια γλώσσα και πολιτισμό, όπως της Αθήνας, της Κορίνθου και της Αχαΐας. Με αυτή τη γλώσσα επικοινωνούσαν οι Έλληνες της Μακεδονίας με τους Έλληνες χριστιανούς της νότιας Ελλάδας (Β' Κορ.8:1-6, 9:1-4, Α' Θεσ.1:7-8).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Σαν Έλληνες Μακεδόνες Χριστιανοί, είμαστε υπερήφανοι, γιατί από αυτά τα μέρη της ελληνικής Μακεδονίας ξεκίνησε ο Μακεδόνας βασιλιάς Μ. Αλέξανδρος, ο οποίος μετέφερε την ελληνική γλώσσα, τα ελληνικά γράμματα, την ελληνική παιδεία, τον ελληνικό πολιτισμό μέχρι τα βάθη της Ασίας. Εκεί διαδόθηκε η ελληνική γλώσσα και στα μέρη της Παλαιστίνης και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου γεννήθηκε ο Χριστός. Με τη γλώσσα αυτή του Μ. Αλεξάνδρου διαδόθηκε η πίστη στον Ιησού Χριστό, σε όλο τον κόσμο και επέστρεψε πίσω με το Ευαγγέλιο της σωτηρίας του Χριστού, εκεί από όπου ξεκίνησε, στην ελληνική Μακεδονία.
Εδώ στην ελληνική Μακεδονία ιδρύθηκαν οι πρώτες ευρωπαϊκές ελληνικές εκκλησίες του Χριστού. Από αυτές τις ελληνικές μακεδονικές εκκλησίες διαδόθηκε το Ευαγγέλιο της σωτηρίας του Χριστού στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Από την πόλη της Θεσσαλονίκης, όπως γράφει ο Παύλος «διασαλπίστηκε ο Λόγος του Κυρίου, όχι μονάχα στη Μακεδονία και στην Αχαΐα, αλλά... και σε κάθε τόπο» (Α' Θεσ.1:8). Σε όλο τον κόσμο, στην Ευρώπη, στην Αμερική, στην Αυστραλία και παντού, όπου διαβάζονται οι τρεις επιστολές του Παύλου (Φιλιππησίους και οι δύο προς Θεσσαλονικείς).
Είμαστε υπερήφανοι, όχι μόνον γιατί είμαστε Έλληνες Μακεδόνες Χριστιανοί, αλλά και γιατί είμαστε ένα κομμάτι από αυτήν την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης. Κηρύττουμε το ίδιο Ευαγγέλιο που κήρυξε ο Παύλος, πιστεύουμε στον ίδιο Σωτήρα, τον Ιησού Χριστό και μελετάμε τις ίδιες επιστολές που μας έγραψε ο απόστολος των εθνών Παύλος.
του Ηλία Α. Αντωνιάδη