5/12/11

Δουλεία και δούλοι στην Αγία Γραφή

Στην Παλαιά Διαθήκη
Η δουλεία, γνωστή και στους Ισραηλίτες από τα πανάρχαια χρόνια, είχε αρκετά ήπια μορφή και ο Μωσαϊκός Νόμος προέβλεπε ευεργετικές διατάξεις για τους δούλους. Αν, για παράδειγμα ο δούλος ήταν Εβραίος, έπρεπε ο κύριός του να τον αφήσει ελεύθερο τον έβδομο χρόνο χωρίς καμιά εξαγορά (Έξοδος 21:2).
Αν όμως ο δούλος δεν ήθελε να εγκαταλείψει το αφεντικό του, έπρεπε να προβεί σε δημόσια ομολογία. Τότε γινόταν σχετική διαδικασία μπροστά στους κριτές και ο δούλος παρέμενε ισόβια ενωμένος με την οικογένεια που υπηρετούσε, αφού πρώτα δεχόταν να του τρυπήσουν το αυτί. Αυτό αποτελούσε σημάδι της συμφωνίας και για να τον ξεχωρίζει από τους άλλους δούλους (Έξοδος 21:5-6, Δευτερονόμιο 15:16-17).
Αν, πάλι, κάποιος Ισραηλίτης πτώχευε και αναγκαζόταν να πουληθεί σε κάποιον ομογενή του, ο Νόμος έλεγε: «Δεν θα επιβάλλεις σ’ αυτόν δουλεία δούλου» (Λευιτικό 25:39).
Εκτός από το 7ο έτος που γινόταν η απελευθέρωση ενός δούλου, ήταν και το 50ο, που ελευθερώνονταν όχι μόνο οι δούλοι, αλλά και τα κτήματα που κατακρατούνταν για τα χρέη κλπ. Αυτό ήταν το γνωστό Ιωβηλαίο έτος.[1]
Οι αλλογενείς δούλοι των Εβραίων απολάμβαναν κι αυτοί την ίδια ήπια μεταχείριση και μπορούσαν να παίρνουν μέρος στις θρησκευτικές γιορτές των κυρίων τους, αφού πρώτα υποβάλλονταν σε περιτομή (Έξοδος 12:43-44).
Σε όλες τις περιπτώσεις που ο Μωσαϊκός Νόμος δίνει λεπτομερείς διατάξεις για τους Ισραηλίτες δούλους, τονίζεται από τη Βίβλο: «Επειδή, δούλοι μου είναι αυτοί, που έβγαλα από τη γη της Αιγύπτου. Δεν θα πουλιούνται, καθώς πουλιέται ο δούλος» (Λευιτικό 25:42). Και πάλι: «Επειδή, οι γιοι του Ισραήλ είναι δούλοι σε μένα. Δούλοι μου είναι, τους οποίους έβγαλα από τη γη της Αιγύπτου. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας» (Λευιτικό 25:55).
Η ανάμνηση της δουλείας στην Αίγυπτο στάθηκε εφιαλτική στους Ισραηλίτες. Η απελευθέρωσή τους είχε στοιχίσει τόσες ταλαιπωρίες αλλά και τόσες θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού. Και όταν πια ήταν ελεύθεροι από κάθε ξένο κύριο, έπρεπε να νιώθουν ηθικά δεσμευμένοι με τον ελευθερωτή τους.
Στο σημείο αυτό ακριβώς βρίσκεται η μεταστροφή της συνείδησης του λαού Ισραήλ από την εμπειρία της απελευθέρωσης, που αυθόρμητα υποβάλλει σ’ έναν ολόκληρο λαό την ηθική υποχρέωση να αφοσιωθεί θεληματικά στον ελευθερωτή του.
Κάτι τέτοιο ήταν άγνωστο ανάμεσα στα ειδωλολατρικά έθνη. Οι Ισραηλίτες βγήκαν από το πιο φλογερό καμίνι της δουλείας και ήξεραν τι θα πει εξουθένωση, σωματική και ψυχική, από έναν σκληρό και ειδωλολάτρη αφέντη.
Είναι αξιοσημείωτο, ότι για πρώτη φορά που αναφέρεται η έννοια δούλος στη Βίβλο, αναφέρεται σαν κατάρα: «Κι όταν ο Νώε συνήλθε από το κρασί του, έμαθε όσα έκανε σ’ αυτόν ο γιος του ο νεότερος. Και είπε: Επικατάρατος ο Χαναάν, θα είναι δούλος των δούλων στους αδελφούς του» (Γένεση 9:24-25).
Όταν όμως η εμπειρία της δουλείας στα ατομικά πάθη του ανθρώπου μεταστρέφεται σε ηθικό δεσμό με Εκείνον που χαρίζει την απολύτρωση από τα πάθη, τότε στη συνείδηση του λυτρωμένου θεμελιώνεται μια άλλη έννοια δουλείας (αντίρροπη της πρώτης), που έχει ηθική και τιμητική σημασία, γιατί καταξιώνει τον άνθρωπο με ανωτερότητα και τον καθιστά ελεύθερη ηθική προσωπικότητα.
Έτσι, ο Θεός αποκαλεί κι αυτόν τον Μωυσή «θεράποντα» (Έξοδος 14:31), γιατί κι αυτός βγήκε από το ίδιο καμίνι της αιγυπτιακής δουλείας, πριν αναλάβει τον ηγετικό ρόλο στους ομοεθνείς του. Όταν, όμως, λιγοψύχησε στην έρημο, τότε ο Θεός αποκάλεσε «δούλο» του τον Χάλεβ: «Αλλά, τον δούλο μου τον Χάλεβ, επειδή έχει μέσα του άλλο πνεύμα και με ακολούθησε εντελώς, αυτόν θα τον φέρω στη γη, στην οποία μπήκε και το σπέρμα του θα την κληρονομήσει» (Αριθμοί 14:24).
Σε άλλες περιπτώσεις, ο Ιησούς του Ναυή λέγεται υπηρέτης ή «θεράπων» του Μωυσή (Έξοδος 24:13, Ιησ. Ναυή 1:1) και ο Ελισσαιέ αναφέρεται ότι «υπηρετούσε» τον Ηλία (Α' Βασιλέων 19:21).
Εδώ πρόκειται για έναν ιδιαίτερα πνευματικό σύνδεσμο, πολύ συνηθισμένο στη Βίβλο, μεταξύ ανθρώπων με ηθικό ανάστημα, που δημιουργούσε ακαταμάχητη έλξη ανάμεσά τους και που συνέχιζε την πνευματική δράση μέσα στο έθνος του Ισραήλ.
Έτσι, στον ηθικό κόσμο της πιστότητας των αρχαίων Ισραηλιτών, στις σχέσεις ανάμεσα στους πνευματικούς ανθρώπους και μεταξύ του Θεού και πιστών ανθρώπων υπάρχει θεμελιωμένη η έννοια της ηθικής εξάρτησης, που παίρνει, χωρίς καμία παρεξήγηση, την ονομασία του δούλου ή του θεράποντα ή του υπηρέτη.
Στην περίπτωση αυτή, η έννοια της δουλείας χάνεται χωρίς καθόλου να ταυτίζεται με εκείνη του Έλληνα ή Ρωμαίου «απελεύθερου». Γιατί ο απελεύθερος συνέχιζε να έχει εξάρτηση από τον άλλοτε κύριό του. Κι αν δεν ήταν συνεπής, μπορούσε να διωχθεί νομικά με τη διαδικασία της λεγόμενης «δίκης αποστασίου».[2]
Η ίδια έννοια της πνευματικής δουλείας, του δούλου του Θεού, μεταπηδά από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή με πολύ πιο πλατύ ορίζοντα και πιο βαθύ νόημα.

Στην Καινή Διαθήκη
Πρώτος που αποκαλεί τον εαυτό του «δούλο», με την ηθική έννοια, είναι ο Συμεών, που με θεία αποκάλυψη δεσμεύτηκε να προσμένει να δει τον Σωτήρα του κόσμου. Και όταν αξιώθηκε να βρεθεί σ’ αυτήν την μακάρια στιγμή, είπε το γνωστό: «Τώρα απολύεις τον δούλο σου, Δέσποτα, με ειρήνη, σύμφωνα με τον λόγο σου, επειδή τα μάτια μου είδαν το σωτήριό σου» (Λουκάς 2:29-30). Είναι αξιοσημείωτο ότι η έννοια της δουλείας στον Θεό γεφυρώνει τις δυο διαθήκες, Παλαιά και Καινή, με συνδετικό κρίκο την προσδοκία του Λυτρωτή του κόσμου. Ο Συμεών είναι ο τελευταίος δούλος του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη και ο πρώτος στην Καινή.
Έπειτα, εκείνος που μίλησε πρώτος στην Καινή Διαθήκη για τη δουλεία, είναι ο Κύριός μας ο Ιησούς Χριστός, που θα τονίσει τον ηθικό ξεπεσμό του ανθρώπου και θα ταυτίσει τον αποστατημένο άνθρωπο με «δούλο της αμαρτίας»: «Ο Ιησούς, λοιπόν, έλεγε στους Ιουδαίους που είχαν πιστέψει σ’ αυτόν: Αν εσείς μείνετε στον δικό μου λόγο είστε αληθινά μαθητές μου και θα γνωρίσετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει. Του αποκρίθηκαν: Σπέρμα του Αβραάμ είμαστε και ποτέ δεν γίναμε δούλοι σε κανέναν. Πώς εσύ λες ότι: Θα γίνετε ελεύθεροι; Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς: Σας διαβεβαιώνων απόλυτα ότι: Καθένας που πράττει την αμαρτία, είναι δούλος της αμαρτίας» (Ιωάννης 8:31-34).
Έπειτα, ο απόστολος Παύλος που είχε την πολύ πικρή εμπειρία από τους διωγμούς, που ο ίδιος οργάνωνε ενάντια στους πρώτους πιστούς του Χριστού, είχε και πολύ πιο ισχυρούς λόγους να μιλάει για τη δουλικότητα του ανθρώπου, που έχει πέσει στο δίχτυ της αμαρτίας, ώστε να τονίσει ιδιαίτερα αυτή τη μετάσταση της δουλείας από την αμαρτία στην υπηρεσία του Θεού: «Δεν ξέρετε ότι σε όποιον παριστάνετε τον εαυτό σας δούλους για υπακοή, είστε δούλοι εκείνου στον οποίον υπακούετε: Ή της αμαρτίας για θάνατο ή της υπακοής για δικαιοσύνη; Ευχαριστία, όμως, ανήκει στον Θεό, επειδή υπήρχατε δούλοι της αμαρτίας, πλην υπακούσατε από καρδιάς στον τύπο της διδασκαλίας, στον οποίον και παραδοθήκατε. Και αφού ελευθερωθήκατε από την αμαρτία, γίνατε δούλοι στη δικαιοσύνη» (Ρωμαίους 6:16-18).
Αυτό το «γίνατε δούλοι» χτυπάει κάπως άσχημα και γι’ αυτό ο απόστολος αισθάνεται την ανάγκη να επαναλάβει τα ίδια πράγματα που είπε παραπάνω προτάσσοντας τη φράση «ανθρώπινα μιλάω». Δηλαδή είναι σαν να θέλει να πει: «ίσως δεν ταιριάζει η φράση που χρησιμοποιώ για τον δούλο και ότι ‘γίνατε δούλοι’». Ίσως θα έπρεπε να αλλάξουμε λεκτικό τρόπο, αλλά μη μας κακοφαίνεται. Η αδυναμία του παλαιού ανθρώπου, που εξακολουθούμε να φέρνουμε μαζί μας, έχει τους κινδύνους της.
Η μετάστασή μας στον κόσμο που έχει για Κύριο τον ίδιο τον Θεό, θα πρέπει να μας θυμίζει το τι ήμασταν άλλοτε κι αυτό να μας φιλοτιμεί να θέλουμε να παραστήσουμε τώρα όλη την ύπαρξή μας εξυπηρετικό όργανο στα χέρια του Θεού.
Γι’ αυτό και συνεχίζει: «Ανθρώπινα μιλάω, εξαιτίας της αδυναμίας της σάρκας σας. Επειδή, καθώς παραστήσατε τα μέλη σας δούλα στην ακαθαρσία και στην ανομία για την ανομία, έτσι τώρα να παραστήσετε τα μέλη σας δούλα στη δικαιοσύνη για αγιασμό» (Ρωμαίους 6:19).
Εφόσον ο ηθικός αγώνας συνεχίζεται και εφόσον εμείς εξακολουθούμε να φέρουμε το επίγειο σκήνωμα, δεν μπορούμε παρά να μη ξεχνάμε το κακόν παρελθόν. Αυτό είναι αρκετή πρόκληση, για να μένουμε πιστοί στον νέο μας Κύριο, αφού αυτός μας ελευθέρωσε από τα πάθη και με ικανοποίηση να νιώθουμε σαν δούλοι, αλλά δούλοι μιας άλλης ποιότητας, αφού αλλιώτική είναι τώρα και η ζωή μας και ο Κύριός μας.
Έτσι πια, εδραιώνεται σταθερά το όνομα του «δούλου του Θεού» με την ποιοτική του μεταβολή μέσα στον χώρο των ανθρώπων, που τους επισκέφθηκε η θεία χάρη. Τώρα πια, η έννοια «δούλος» παίρνει θέση τιμητικού τίτλου και μπαίνει με το όνομα των πιστών κοντά στο όνομα του Χριστού και του Θεού. Έτσι θα το χρησιμοποιήσουν οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης:
α) «Παύλος δούλος του Ιησού Χριστού, καλεσμένος απόστολος...» (Ρωμαίους 1:1).
β) «Παύλος και Τιμόθεος δούλοι[3] του Ιησού Χριστού...» (Φιλιππησίους 1:1).
γ) «Παύλος, δούλος του Θεού, απόστολος δε του Ιησού Χριστού...» (Τίτο 1:1).
δ) «Ιάκωβος, δούλος του Θεού και του Κυρίου Ιησού Χριστού...» (Ιακώβου 1:1).
ε) «Συμεών Πέτρος, δούλος και απόστολος του Ιησού Χριστού...» (Β' Πέτρου 1:1).
ς) «Ιούδας, δούλος του Ιησού Χριστού, αδελφός δε του Ιακώβου...» (Ιούδα 1:1).
ζ) «Η αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, που έδωσε σ’ αυτόν ο Θεός, για να δείξει στους δούλους του... και τα φανέρωσε, στέλνοντας με τον άγγελό του στον δούλο του τον Ιωάννη...» (Αποκάλυψη 1:1).
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι απόστολοι ένιωθαν υπερήφανοι να αποκαλούν τον εαυτό τους δούλο του Χριστού. Μια τέτοια υπερηφάνεια είναι πολύ φυσικό να μη νιώθουν όσοι προβάλλουν για συστατικό τους γνώρισμα το οικόσημο της καταγωγής τους ή τις περγαμηνές της ανθρώπινης σοφίας τους.[3] Η ομολογία της ιδιότητας του δούλου του Θεού ταυτίζεται με βαθιά γνώση της εσωτερικής μεταστροφής του ανθρώπου, που δεν μπορεί να κρατήσει μυστικά τα αισθήματα ευγνωμοσύνης σ’ Εκείνον που χάρισε μια καινούργια εμπειρία ζωής.
Η καινούργια αυτή εμπειρία ζωής είναι το κύριο γνώρισμα του δούλου του Θεού. Είναι ακριβώς, αυτό που είπε ο Θεός για τον Χάλεβ, όπως είδαμε πιο πάνω, ότι δηλαδή «έχει μέσα του άλλο πνεύμα».

Ο απόστολος Παύλος δεν κήρυξε πόλεμο κατά της σωματικής δουλείας. Κάτι τέτοιο ήταν πολύ επικίνδυνο να μετατρέψει το κήρυγμα του ευαγγελίου σε αγώνα μόνο για κοινωνική απελευθέρωση. Εξάλλου, ήταν ανάγκη να αποφευχθεί κάθε εμπλοκή, για να γίνει αδάπανο το κήρυγμα της σωτηρίας των ανθρώπων.
Εκείνο για το οποίο αγωνιζόταν, ήταν ο νέος άνθρωπος, η «εν Χριστώ καινούργια κτίση» (Β' Κορινθίους 5:17, Γαλάτες 6:15). Ο αναγεννημένος άνθρωπος θα μπορούσε μόνος του να βρει τον τρόπο να λύσει μεταγενέστερα τα ατομικά και κοινωνικά του προβλήματα, που ένα από αυτά ήταν κι η σωματική δουλεία. Γι’ αυτό λέει: «Επειδή όλοι είστε γιοι του Θεού διαμέσου της πίστης στον Ιησού Χριστό. Δεδομένου ότι, όσοι βαπτιστήκατε στον Χριστό, ντυθήκατε τον Χριστό. Δεν υπάρχει πλέον Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, επειδή όλοι εσείς είστε ένας στον Ιησού Χριστό» (Γαλάτες 3:26-28).
Το πιο μεγάλο πρόβλημα του ανθρώπου είναι η πνευματική του αναγέννηση. Αυτή χαρίζει την ηθική του αποκατάσταση μπροστά στον Θεό, κι αυτή τον βοηθάει να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με κάθε μεμονωμένο άτομο και με την κοινωνία ολόκληρη.
Γι’ αυτό το κήρυγμα της πίστης στον Χριστό δεν μπορεί να αντικατασταθεί με τίποτα, αλλά ούτε και να συγκριθεί ή να συνδεθεί με κάτι άλλο, όσο σπουδαίο κι αν φαίνεται στην ανθρώπινη εκτίμηση.
Αν ο άνθρωπος γινόταν κοινωνικά μόνο ελεύθερος, τίποτα δεν θα μπορούσε να του εγγυηθεί ότι θα αποκτούσε, ταυτόχρονα ή μεταγενέστερα, και την ηθική του απολύτρωση. Αυτό ακριβώς αποδεικνύεται ιστορικά ύστερα από την επίσημη κατάργηση της δουλείας στην Αμερική.
Γι’ αυτό πάλι ο Παύλος θα πει: «Επειδή, όποιος κλήθηκε δούλος στον Κύριο, είναι απελεύθερος του Κυρίου, παρόμοια και όποιος κλήθηκε ελεύθερος, είναι δούλος του Χριστού. Αγοραστήκατε με τιμή, μη γίνεστε δούλοι ανθρώπων. Κάθε ένας, αδελφοί, σε ό,τι κλήθηκε, ας μένει σ’ αυτό μπροστά στον Θεό» (Α' Κορινθίους 7:22-24).
Τα λόγια αυτά θα μπορούσαν να παρεξηγηθούν από έναν θερμόαιμο θιασώτη της κοινωνικής ισότητας των ανθρώπων. Αν όμως καλοσκεφτόταν, θα έβλεπε ότι η θέση που πήρε ο απόστολος Παύλος δικαιώθηκε από την ιστορία.
Ο θερμόαιμος αυτός θιασώτης, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος, θα είχε όλο το δίκιο να αγανακτεί, αν βρισκόταν αντιμέτωπος με τη θεωρία του Αριστοτέλη περί «φύσει δούλου». Κι αν επιχειρούσε να συγκρίνει τη χριστιανική λύση του Παύλου με εκείνη την αρχαιοελληνική, θα διαπίστωνε ότι η χριστιανική στάση εξουδετέρωσε το πρόβλημα της δουλείας χωρίς κοινωνική αναταραχή, αλλά με την ηθική επανάσταση του ατόμου κατά της ηθικής δουλείας.
Με την προσωπική του λύτρωση, ένας αληθινός Χριστιανός δε νιώθει μόνο ελεύθερος σαν μονάδα, αλλά και κοινωνικά αποκαταστημένος μέσα στο σύνολο των λυτρωμένων, που είναι μέλη του σώματος του Χριστού, δηλαδή της Εκκλησίας.
Γι’ αυτό πάλι, θα πει ο απόστολος Παύλος: «Επειδή, καθώς το σώμα είναι ένα και έχει πολλά μέλη, όλα όμως τα μέλη του ενός σώματος, ενώ είναι πολλά, είναι ένα σώμα, έτσι και ο Χριστός. Επειδή, όλοι εμείς βαπτιστήκαμε διαμέσου του ενός Πνεύματος σε ένα σώμα, είτε Ιουδαίοι είτε Έλληνες είτε δούλοι είτε ελεύθεροι και όλοι βαπτιστήκαμε σε ένα Πνεύμα» (Α' Κορινθίους 12:12-13).

Παρ’ όλες τις φυλετικές διαφορές που χωρίζουν τα έθνη μεταξύ τους, και την κακία που κάνει τους ανθρώπους να μισούνται, υπάρχει μια παγκόσμια πνευματική οικογένεια, που εύκολα μπορεί να οραματιστεί ο άνθρωπος σε μια ευγενική του έξαρση.
Η αρχαία ελληνική φιλολογία, από τον Όμηρο μέχρι τον Θεόκριτο, αποκαλεί τον Δία «πατέρα».[4]
Στην Παλαιά Διαθήκη, ο Μωυσής παραπονείται κατά του σκληροτράχηλου Ισραήλ: «Δεν είναι αυτός (δηλαδή, ο Θεός) ο πατέρας σου, που σε εξαγόρασε; Αυτός, που σε έπλασε και σε διαμόρφωσε;» (Δευτερονόμιο 32:6).
Ο προφήτης Ησαΐας θα προσευχηθεί: «Επίβλεψε από τον ουρανό, και δες από την κατοικία της αγιότητάς σου και της δόξας σου... Εσύ, βέβαια, είσαι ο Πατέρας μας... εσύ, Κύριε, είσαι ο Πατέρας μας, Λυτρωτής μας είναι το όνομά σου από τον αιώνα» (63:15-16).
Και ο Δαβίδ θα προσευχηθεί με τα λόγια: «Ευλογητός εσύ, Κύριε, ο Θεός του Ισραήλ, ο πατέρας μας, από τον αιώνα και μέχρι τον αιώνα» (Α' Χρονικών 29:10).
Στην Καινή Διαθήκη, ο Κύριός μας μίλησε σε πολλές περιπτώσεις για τον Ουράνιο Πατέρα του και Πατέρα μας (Ματθαίος 5:16, 6:1, 23:9, Ιωάννης 20:17, κλπ.) και ιδιαίτερα για τον Πατέρα στη μοναδική σχέση της θεότητας με τον Υιό (Ματθαίος 11:27), που γι’ αυτό «οι Ιουδαίοι ζητούσαν περισσότερο να τον θανατώσουν, επειδή... έλεγε τον Θεό και δικό του πατέρα, κάνοντας τον εαυτό του ίσον με τον Θεό» (Ιωάννης 5:18).
Ύστερα από τη μακραίωνη ευγενική του έξαρση, το ανθρώπινο πνεύμα, που επικαλείτο τη θεϊκή πατρότητα, έφτασε στην εποχή που είχε πια ολοφάνερη την πατρική συγκατάβαση του Θεού με την αποστολή του Υιού στον κόσμο.
Η ιστορική αυτή στιγμή στάθηκε κρίσιμη για την τύχη των ανθρώπων αν θα δέχονταν να μπουν στη μεγάλη οικογένεια του ουράνιου Πατέρα ή όχι.
Οι άρχοντες του Ισραήλ, αλλά και πολλοί άλλοι, επίσημοι ή ανεπίσημοι, σπουδαίοι ή αφανείς, πλούσιοι ή φτωχοί, σοφοί ή αμαθείς σκόνταψαν και εξακολουθούν να σκοντάφτουν πάνω στη θεία συγκατάβαση, ακριβώς, γιατί δεν θέλουν να απαλλαγούν από τη δουλεία της αμαρτίας.
Γι’ αυτούς, φυσικά, θα πει ο Χριστός: «Καθένας που πράττει την αμαρτία, είναι δούλος της αμαρτίας. Και ο δούλος δεν μένει πάντοτε μέσα στο σπίτι, ο γιος μένει πάντοτε. Αν, λοιπόν, ο Υιός σας ελευθερώσει, θα είστε πραγματικά ελεύθεροι» (Ιωάννης 8:34-36).
Έτσι, και μόνον έτσι, η μεταστροφή του ανθρώπου από την ηθική δουλεία της αμαρτίας στην πίστη του Χριστού τον αποκαθιστά ελεύθερο μέσα στην παγκόσμια πνευματική οικογένεια.
Οι αρχαίοι Έλληνες ένιωθαν πολύ άσχημα για μια συνύπαρξη με τους βαρβάρους. Με πολλές δυσκολίες και με τη βία, μόλις που κατόρθωσε ο Αλέξανδρος να σπάσει αυτή τη σοβινιστική πρόληψή τους, και πάλι, όχι αποτελεσματικά.
Όταν ο απόστολος Παύλος ήρθε στην Αθήνα, έψαχνε να βρει συνδετικό κρίκο, που θα γεφύρωνε το φυλετικό χάσμα Ελλήνων και Εβραίων. Σαν τέτοιο στάθηκε κάποιος στίχος του στωικού ποιητή Κλεάνθη «επειδή και δικό του γένος είμαστε» (Πράξεις 17:28).[5]
Ένας δούλος σε αρχαία ελληνική οικογένεια, που ήταν για πάντα ενωμένος μαζί της, κατά κανόνα ήταν βάρβαρος και λεγόταν οικέτης. Ο οικέτης δεν μπορούσε να ελευθερωθεί, όπως μπορούσε ο δούλος που χρησίμευε για άλλες δουλειές. Αλλά και οι δύο τους (οικέτης και δούλος) δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ισότιμα μέλη της οικογένειας στην οποία ανήκαν.
Η παγκόσμια όμως οικογένεια του Θεού, που κλείνει μέσα της δούλους του Χριστού, έχει ακέραιη τη συνείδηση της αδελφοσύνης και της ισοτιμίας όλων των μελών μεταξύ τους. Και η αδελφοσύνη αυτή εκτείνεται στην αιωνιότητα.
Αν η ανθρώπινη δουλεία χώρισε την ανθρωπότητα κάποτε, και ίσως ακόμα τη χωρίζει, σε αντιμαχόμενες μερίδες, αυτό προερχόταν και εξακολουθεί να προέρχεται από την ανθρώπινη κακία. Η αμαρτία χτύπησε αλύπητα την ανθρωπότητα σαν μια οικογένεια. Η διαστρεμμένη βούληση του ανθρώπου συντηρεί το κακό τροφοδοτώντας τον εγωισμό του, που στάθηκε πάντοτε το ενδόσιμο της αμαρτίας.
Τώρα, όμως, που ο Υιός του Θεού ελευθερώνει κάθε άνθρωπο που πιστεύει σ’ Αυτόν, τον καθιστά και κοινωνικά ελεύθερο και τον επαναφέρει στην παγκόσμια οικογένεια, που είναι η εκκλησία των λυτρωμένων. Γι’ αυτό πάλι, θα πει ο απόστολος Παύλος: «Ξεντυθήκατε τον παλιό άνθρωπο, μαζί με τις πράξεις του και ντυθήκατε τον καινούργιο, αυτόν που ανακαινίζεται σε επίγνωση, σύμφωνα με την εικόνα εκείνου που τον έκτισε, όπου δεν υπάρχει Έλληνας και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και μέσα σε όλα είναι ο Χριστός» (Κολοσσαείς 3:9-11).
Αυτός, όμως, ο Χριστός, «ο οποίος είναι εικόνα του αόρατου Θεού, πρωτότοκος κάθε κτίσης» (Κολοσσαείς 1:15), το «απαύγασμα της δόξας και ο χαρακτήρας της υπόστασής του» του Θεού (Εβραίους 1:3), ο «γεμάτος χάρη και αλήθεια» (Ιωάννης 1:14), για να φέρει σε πέρας το λυτρωτικό έργο του ανθρώπου πρώτα έπρεπε να εγκαταλείψει τη θεία δόξα, να κατέβει στη γη, να γίνει άνθρωπος και να πάρει μορφή δούλου. «Ο οποίος ενώ υπήρχε σε μορφή Θεού, δεν νόμισε αρπαγή το να είναι ίσα με τον Θεό, αλλά κένωσε τον εαυτό του, παίρνοντας μορφή δούλου, αφού έγινε όμοιος με τους ανθρώπους, και καθώς βρέθηκε κατά το σχήμα ως άνθρωπος, ταπείνωσε τον εαυτό του, γινόμενος υπάκουος μέχρι θανάτου, θανάτου μάλιστα σταυρού» (Φιλιππησίους 2:6-8).
Ώστε βλέπουμε ότι στην Καινή Διαθήκη δούλος έγινε ακόμα και ο ίδιος ο Υιός του Θεού, για να σώσει την ανθρωπότητα. Κάτι τέτοιο οι αρχαίοι Έλληνες θα το θεωρούσαν βέβηλο και πολύ αταίριαστο για τους θεούς που πίστευαν. Αυτούς που έπλασαν με τη φαντασία τους «κατ’ εικόνα» και ομοιότητά τους και που τους φόρτωσαν τα πάθη τους και ό,τι θεωρούσαν κολακευτικά στην αξιοπρέπειά τους.
Κι όμως για τον Θεό της αγάπης αποτελούσε βασική προϋπόθεση και προανάκρουσμα θεϊκό της σωτηρίας του ανθρώπου.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Ο όρος «Ιωβηλαίο» είναι εξωβιβλικός και δεν τον συναντάμε στις Εβραϊκές Γραφές. Σημαίνει «ήχος κέρατος», δηλαδή σάλπισμα, γιατί η μέρα του Ιωβηλαίου άρχιζε με τα βούκινα, που διαλαλούσαν το γεγονός όλη την ημέρα.
[2] Ένας Έλληνας δούλος που απελευθερωνόταν, λεγόταν απελεύθερος. Δεν ήταν όμως απόλυτα ελεύθερος. Είχε την υποχρέωση να εξακολουθεί να έχει προστάτη τον άλλοτε κύριό του. Σε περίπτωση που θα επιδίωκε να αλλάξει πάτρωνα, τότε ο πρώην κύριός του είχε δικαίωμα να του κάνει «δίκη αποστασίου».
[3] Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι συνεργάτες των αποστόλων στην Καινή Διαθήκη δεν λέγονται δούλοι εκείνων με τους οποίους συνεργάζονται, όπως γινόταν με τους συνεργάτες των προφητών στην Παλαιά Διαθήκη, όπως είδαμε. Εδώ ο Παύλος και ο Τιμόθεος λέγονται και οι δυο δούλοι Χριστού. Βλέπουμε και στην επιστολή προ Κολοσσαείς (4:12): «Σας χαιρετάει ο Επαφράς, ο οποίος είναι από σας, ο δούλος του Χριστού...».
[4] «...πατήρ ανδρών τε και θεών τε» (Όμηρος Α 544), «πατέρ’ Ουρανιδάν εγχεικέραυνον Ζήνα» (Πίνδαρος Πυθ. Δ’ 194), «Ζευς πατήρ επ’ ασπίδος σταδαίος ήσται» (Αισχύλος Επ. Θ. 512), «ο των απάντων Ζευς πατήρ Ολύμπιος» (Σοφοκλής Τραχ. 275), «Ζευ πάτερ και θεοί» (Αριστοφάνης Αχαρν. 255), «τήνον (εκείνον) και μακάρεσσι πατήρ ομότιμον έθηκεν αθανάτοις» (Θεόκριτος 16).
[5] Ο Κλεάνθης χρησιμοποιεί τη φράση: «Εκ σου γαρ γένος εσμέν». Ο Παύλος τροποποιεί την έκφραση σε τρίτο πρόσωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: