16/11/11

Οι Μακεδόνες και το Ευαγγέλιο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο σκοπός του άρθρου αυτού είναι καθαρά πνευματικός. Θα ήθελα συνεπώς να δούμε όχι τόσο τη Μακεδονία σαν έναν ιεραποστολικό αγρό, όσο τη σημαντική συμμετοχή που είχε στο να ετοιμαστεί ο δρόμος του Ευαγγελίου. Για να προσδιορίσουμε αυτή τη συμμετοχή, είναι ανάγκη να συλλάβουμε τον θεϊκό σχεδιασμό και την ιστορική του ένταξη μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Διαβάζουμε στην επιστολή προς Γαλάτες ότι ο Θεός, «όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλε τον Υιό Του» (4:4). Ποια ήταν όμως η χρονική διαδρομή, πού κορυφώνεται στο πλήρωμα του χρόνου; Από πού και πότε άρχισε αυτή η περίοδος; Ποιοι παράγοντες έπαιξαν σημαντικούς ρόλους και ποιους; Έχει σ’ αυτούς τους παράγοντες και σ’ αυτούς τους ρόλους θέση η Μακεδονία; Είναι τα ερωτήματα ακριβώς στα οποία θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να πάμε πίσω, στο χάραγμα της ανθρώπινης ιστορίας, εκεί που ο άνθρωπος με την ανυπακοή του ανέτρεψε φαινομενικά τα σχέδια του Θεού και εκεί που η αγάπη του Θεού υποσχέθηκε στον πεσμένο και αμαρτωλό άνθρωπο ότι «το σπέρμα της γυναίκας» επρόκειτο να συντρίψει το κεφάλι του φιδιού.
Πολύ κοντά στο γεγονός αυτό και αμέσως μετά τη Βαβέλ, έρχεται ο Θεός να δώσει μια υπόσχεση, βασική, όταν μιλώντας σ’ ένα όργανο εκλογής του, τον Αβραάμ, του λέει ότι «μέσα από σένα θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης» (Γέν.22:18). Αυτή η υπόσχεση δόθηκε για ένα έργο και μια ευλογία που θα ερχόταν στον Ισραήλ και δια του Ισραήλ. Όμως οι στόχοι αυτής της ευλογίας δεν ήταν μόνον ο λαός Ισραήλ, αλλά ο κόσμος όλος. Το έργο, λοιπόν, που θα γινόταν στο πλήρωμα του χρόνου (Γαλ.4:4), θα ήταν ένα έργο παγκόσμιο. Κι ενώ το πλήρωμα του χρόνου πλησίαζε, στην Ανατολή και στη Δύση γινόταν μια εργώδης προετοιμασία. Στην Ανατολή, η προφητεία όλο και πύκνωνε και μιλούσε όλο και πιο συγκεκριμένα και πιο λεπτομερειακά για κάποιον που θα ερχόταν να γίνει ο από Θεού Σωτήρας μέχρι το τελευταίο άκρο της γης (Πράξ.13:47). Ακούγονταν ακόμα φωνές μέσα από τη Γραφή, σαν κι αυτή του Ιώβ, «ξέρω ότι ο Λυτρωτής μου ζει και θα εγερθεί στους έσχατους καιρούς επάνω στη γη» (19:25) ή σαν αυτή του Ησαΐα, που οκτώ αιώνες π.Χ., φώναξε κι ευχήθηκε, «είθε να έσχιζες τους ουρανούς και να κατέβαινες».

ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Η εργώδης αυτή προετοιμασία γινόταν και στη Δύση και συγκεκριμένα στην Ελλάδα. Σε μια σειρά από διαδικασίες που επεκτάθηκαν σε πολλούς αιώνες, άρχισε να ετοιμάζεται, όχι η υποδοχή του άστρου που θα ανέτελλε από τον Ιακώβ (Αριθμ.24:17), γιατί αυτός ήταν ο ρόλος της Ανατολής, αλλά ο σχηματισμός του γραπτού λόγου, που θα γινόταν το όχημα για την παγκόσμια πορεία του σκήπτρου που θα αναστηνόταν από τον Ισραήλ (Αριθμ.24:17). Αυτή η προεργασία είναι το θαύμα, που έφτασε στο αποκορύφωμα στον «Χρυσό Αιώνα» του Περικλή. Ήταν η περίοδος ανάμεσα σε δυο πολέμους, τους Περσικούς (492-479) και τον Πελοποννησιακό (432-404).
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, τότε που αρχίζουν να κατεβαίνουν στον ελληνικό χώρο τρία βασικά φύλα: οι Ίωνες (2000 π.Χ.), οι Αχαιοί (1600 π.Χ.) και οι Δωριείς (1200 π.Χ.). Οι Μακεδόνες ανήκουν αναμφίβολα στα τρία αυτά φύλα. Γι’ αυτό και ο Ηρόδοτος, όταν μιλάει για τη Μακεδονία την ονομάζει «το δωρικό και μακεδονικό έθνος». Τον 8ο αιώνα, με τον Περδίκκα (720-700 π.Χ.) συγκροτείται σε κράτος με πρώτη πρωτεύουσα τις Αιγές, που την τοποθετούμε στη Βεργίνα. Στο μεταξύ, στην ίδια περίπου εποχή, έχουμε τα πρώτα δείγματα ελληνικής γλώσσας που διασώζονται μέχρις εμάς στους καταλόγους των Ολυμπιονικών και στα Ομηρικά Έπη, που αποτελούν και τα πρώτα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα που διασώθηκαν μέχρι τις ημέρες μας. Βαθμιαία στον ελληνικό χώρο διαμορφώνονται διάλεκτοι, όπως η ιωνική-αττική, που θα μείνει στην Ιστορία σαν γλώσσα του δράματος και του ρητορικού λόγου, η αιολική, η αχαϊκή και η δωρική, η λιτή γλώσσα των χορικών.
Όμως, μέσα στον ελληνικό χώρο, αρχίζει να διαμορφώνεται μια ενότητα, που την καλλιεργεί η κοινή θρησκεία, οι κοινοί αγώνες, οι αμφικτιονίες και στην οποία προβάλλεται η Αθήνα. Συγγραφείς που γράφουν στην αττική διάλεκτο, όπως ο Όμηρος, ο Ηρόδοτος, ο Τυρταίος και ο Ιπποκράτης, διαβάζονται σε όλο τον ελληνικό χώρο, έτσι που με το χρόνο η αττική διάλεκτος καθιερώνεται σαν εθνική γλώσσα. Και από την πλευρά μας, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτή η γλώσσα με την ιδιάζουσα πλαστικότητά της, τη χάρη της, τον πλούτο της, την ακρίβειά της, έγινε άξια να διατυπωθεί σ’ αυτή το μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας.
Όμως, πώς τούτη η γλώσσα και η παιδεία θα μπορούσε να σπάσει την ασφυκτική γλάστρα από το ελληνικό άστυ, για να γίνει η παγκόσμια γλώσσα, για να μεταφερθεί και να διαδοθεί με αυτή το παγκόσμιο μήνυμα; Ούτε οι Αθηναίοι, στον Χρυσό Αιώνα μετά τους Περσικούς πολέμους, ούτε οι Σπαρτιάτες, στη μόλις οκταετή ηγεμονία τους μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, υπήρξαν ιστορικά προετοιμασμένοι για ένα τέτοιο παγκόσμιο ρόλο. Η ολιγαρχική δομή τους και η κλειστή κοινωνία, δεν τους άφηνε να δουν και να οραματιστούν το παγκόσμιο κράτος, μέσα στο οποίο θα εξαπλωνόταν η παγκόσμια γλώσσα. Αυτόν τον ιστορικό ρόλο ήρθαν να παίξουν οι Μακεδόνες, που με αταλάντευτη τη συνείδηση της ελληνικότητάς τους, ήρθαν να ενώσουν όλο τον ελληνικό χώρο κάτω από ένα κράτος, μια γλώσσα και να προχωρήσουν από εκεί για το μεγάλο τόλμημα προς την Ανατολή.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Ίσως δεν θα ήταν ανάγκη, όμως για τους λίγους που αμφισβήτησαν την ελληνικότητα της Μακεδονίας, θα αναφέρω μερικές γνώμες. Για παράδειγμα, ο Ηρόδοτος, ο «πατέρας της Ιστορίας», γνώριζε επισταμένως και ήταν βέβαιος για την ελληνικότητα της Μακεδονίας, αλλά και οι Μακεδόνες το υποστήριζαν αυτό για τους εαυτούς τους. Ο Στράβων, ο κορυφαίος αυτός γεωγράφος της αρχαιότητας, θα πει σε τόνο αποφθεγματικό κι απόλυτο, «είναι λοιπόν Ελλάδα και η Μακεδονία». Ο δε Βέλοψκ στην ιστορία του της αρχαίας Μακεδονίας, υποστηρίζει ότι «μόνο το όνομα εταίροι, που συναντιέται στον Όμηρο και που μόνο στη Μακεδονία δινόταν στον στρατιωτικό οίκο του βασιλιά, θα ήταν αρκετό να λύσει το πρόβλημα της ελληνικότητας της Μακεδονίας».
Ακόμα μπορούμε να θυμίσουμε ότι οι πρώτοι οι Μακεδόνες ήταν αυτοί που υιοθέτησαν την ιωνική διάλεκτο στις επίσημες διπλωματικές σχέσεις τους με τις πόλεις-κράτη του λοιπού ελληνικού χώρου. Έτσι που σε λίγο, η Θράκη, το Ιλλυρικό και ολόκληρη η χερσόνησος του Αίμου να μιλάει την ελληνική γλώσσα.
Αν έπρεπε να αναφέρουμε παραδείγματα Μακεδόνων βασιλέων που αγκάλιασαν την ελληνική γλώσσα, την παιδεία και την τέχνη, είναι του Αμύντα (498-454 π.Χ.), που με το θαυμασμό του στον ελληνικό πολιτισμό, την τέχνη, την επιστήμη και τη φιλοσοφία, ονομάστηκε «φιλέλληνας». Άνοιξε το παλάτι του σε κορυφαίους των ελληνικών γραμμάτων και της τέχνης, όπως στον Πίνδαρο και άλλους.
Να θυμηθούμε ακόμα τον Αρχέλαο (413-399 π.Χ.), που διέδωσε την ελληνική παιδεία και γλώσσα σε ολόκληρο το βασίλειό του και που στο ανάκτορό του, στην Πέλλα, εκτός από τον Αγάθωνα, τον Ζεύξι και πολλούς άλλους φιλοσόφους, έζησε και ο Ευριπίδης, που εκεί έγραψε την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» και τις «Βάκχες» του. Να θυμηθούμε ακόμα ότι στο Δίο του Ολύμπου καθιέρωσε εννιάμερους Ολυμπιακούς αγώνες, επώνυμους των μουσών, έτσι που το Δίο να αποτελεί την Ολυμπία και τους Δελφούς του μακεδονικού χώρου.

Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ Β'
Η Μακεδονία λοιπόν αφομοίωνε την Αθήνα πριν την μεταφέρει στις εσχατιές του κόσμου, παίζοντας έτσι τον υπεύθυνο και ιστορικό της ρόλο. Το πλήρωμα όμως του χρόνου πλησίαζε όλο και πιο πολύ. Στην Ανατολή η προφητεία είχε συντελεστεί και ζούσε τώρα την περίοδο εκείνη των τεσσάρων αιώνων μεταξύ των δύο Διαθηκών, που ονομάστηκε «περίοδος σιωπής και προσδοκίας». Στον ελλαδικό χώρο, από την άλλη, είχε πια καθιερωθεί το πολύ λεπτό εκείνο γλωσσικό όργανο με τις λεπτεπίλεπτες διακρίσεις, τις πολλές συντακτικές και άλλες πλοκές και την άξια του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Πλάτωνα κομψότητα και χάρη. Πώς όμως ένα τέτοιο όργανο θα μπορούσε να γίνει ευμεταχείριστο σε ανθρώπους τόσο διαφορετικούς στη φύση, την παιδεία και τα επαγγέλματα;
Γι’ αυτό το «πώς» έρχεται στο προσκήνιο ο Φίλιππος Β' (359-336 π.Χ.). Στην αρχή της βασιλείας του εξασφαλίζει τα όρια του κράτους του, οργανώνει στρατό και οικονομικά, και προετοιμάζεται για την εκστρατεία του στην Ανατολή, για χάρη όλων των Ελλήνων. Έπειτα από τη μάχη στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ., στο στάδιο του Ίσθμιου Ποσειδώνα στην Κόρινθο, στο Κοινό Συνέδριο, ανακηρύσσεται αρχιστράτηγος των Ελλήνων στην κοινή εκστρατεία κατά των Περσών.

Ο Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Έτσι, η ελληνική πόλη έδινε πια τη θέση της στην ελληνική ενότητα. Ατυχώς, τον ίδιο χρόνο, στις Αιγές, στο γάμο της κόρης του, ο Φίλιππος δολοφονήθηκε. Και έρχεται στο προσκήνιο ο νεαρός, εικοσάχρονος γιος του, Αλέξανδρος, να ανακηρυχθεί τον ίδιο χρόνο αρχιστράτηγος των Ελλήνων στην εκστρατεία κατά των Περσών. Στην Αμφίπολη μαζεύει όλο τον στρατό του, που εκτός από τους πεζέταιρους, τους σαρισοφόρους, τους τοξότες και τα 160 πλοία, έχει να παρουσιάσει ένα πλήθος από φιλοσόφους, ιστορικούς, γεωγράφους και καλλιτέχνες. Εύκολα θα διαπίστωνε κανείς ότι όλο αυτό το ανθρώπινο πανηγύρι πολύ λίγο έμοιαζε με εκστρατευτικό σώμα. Φαινόταν μάλλον σαν εμπροσθοφυλακή ενός έθνους, που το ιστορικό του πεπρωμένο το είχε κιόλας ξεριζώσει από το στενάχωρο μητρικό του φυτώριο, για να το μεταφυτεύσει στο χωράφι μιας ολόκληρης Ανατολής. Κι αν αυτή τη διαπίστωση δεν την έκανες μόνος σου εκείνη την ημέρα στην Αμφίπολη, θα σου το έλεγαν ο Αναξιμένης, ο Καλλισθένης, ο Νέαρχος, ο Δεινοκράτης, ο Αριστόνικος και τόσοι άλλοι που ακολουθούσαν τον Μ. Αλέξανδρο.

ΣΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ
Στην Ιερουσαλήμ θα μπει με το στρατό του, μάλλον σαν προσκυνητής παρά σαν κατακτητής. Ο Ιώσηπος μάς πληροφορεί ότι τον υποδέχτηκε το ιουδαϊκό ιερατείο με επικεφαλής τον Αρχιερέα. Όταν ο Αλέξανδρος είδε από μακριά τον Αρχιερέα με την υακίνθινη και διάχρυση στολή του και στο κεφάλι του να φοράει τη μίτρα με ένα έλασμα πάνω της όπου ήταν γραμμένο το όνομα του Θεού, προχώρησε μόνος του, προσκύνησε το όνομα και πρώτος φίλησε τον Αρχιερέα. Και όταν ο Παρμενίωνας του παρατήρησε ότι αυτός τον οποίον προσκυνούν όλοι οι λαοί της γης, πώς προσκύνησε τον Αρχιερέα, η απάντηση του Αλέξανδρου ήταν ότι δεν προσκύνησε τον Αρχιερέα, αλλά τίμησε τον Θεό μέσω της αρχιεροσύνης. Αφού τον καλωσόρισαν εγκάρδια σαν ελευθερωτή από τα δεσμά των Μήδων και Περσών, του έδειξαν το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ και του διάβασαν τις περικοπές που ανέφεραν ότι κάποιος Έλληνας θα κατέλυε την Περσική αυτοκρατορία.

ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ
Στη συνέχεια πηγαίνει στην Αίγυπτο, όπου χτίζει την Αλεξάνδρεια, μια μεγάλη ελληνική και πολυάριθμη πόλη που έφερε το όνομά του. Το πόσο μεγάλη και πόσο ελληνική ήταν, θα μπορούσαμε να το διαπιστώσουμε ελάχιστες δεκαετίες αργότερα, όταν θα βλέπαμε εκεί ένα εκατομμύριο Ιουδαίους ελληνιστές που απομακρύνθηκαν από την εβραϊκή γλώσσα και μιλούσαν σαν μητρική τους γλώσσα την ελληνική. Ήταν για τις θρησκευτικές ανάγκες αυτών των ανθρώπων, που ο βασιλιάς Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος ανέθεσε σε 72 σοφούς τη μετάφραση των Εβραϊκών Γραφών, από το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο, στα ελληνικά. Μετάφραση που έμεινε στην Ιστορία σαν «των Εβδομήκοντα». Οι Drioton και Vandier, στη μελέτη τους για τους λαούς της Ανατολικής Μεσογείου, γράφουν ότι «συρρέουν στην Αλεξάνδρεια και υποτάσσονται στην ελληνική γλώσσα και παιδεία, ώστε οι Γραφές να μεταφραστούν για χάρη τους στα ελληνικά».

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ
Θα αναφέρουμε απλά ότι μετά τα Γαυγάμηλα, την ιστορική εκείνη σύγκρουση που οι Μακεδόνες αντιμετώπισαν ένα εκατομμύριο Ασιάτες, μετά τα Άρβυλα και τη Βαβυλώνα, τα Σούσα και την Περσέπολη και τη δολοφονία του Δαρείου, ο Αλέξανδρος διαβαίνει ασταμάτητος και ανίκητος τον Ινδικό Καύκασο. Τέλος χτίζεται η Έσχατη Αλεξάνδρεια, τελευταία σε μια αλυσίδα από δεκάδες Αλεξάνδρειες, που όλες ήταν κέντρα εξελληνισμού και εκπολιτισμού της Ανατολής. Το μεγάλο λοιπόν όνειρο, αλλά ταυτόχρονα και ο θείος σκοπός επιτελούνται. Το παγκόσμιο κράτος είναι πια γεγονός.
Πριν το τραγικό εκείνο βράδυ της 11ης Ιουνίου του 323 π.Χ., και τον θάνατό του, ο Αλέξανδρος δέχεται στη Βαβυλώνα πρέσβεις από τα πέρατα της γης, Καρχηδόνιους, Αιγύπτιους, Αιθίοπες, κέλτες, Ίβηρες, Σκύθες, Λίβυες, Λευκανούς, Τυρρηνούς και πρεσβείες από όλο τον ελλαδικό χώρο. Με τη φυλετική αυτή ανάμειξη Ελλήνων και Ασιατών, ο Αλέξανδρος ενώνει τους δύο μέχρι τότε αντιμαχόμενους κόσμους και με την προσπάθειά του για ομόνοια και συνεργασία, τους θεωρεί όλους ίδιους. Ο άλλοτε βασιλιάς των Μακεδόνων γίνεται τώρα ο ηγεμόνας της ανθρωπότητας. Όλη αυτή η συγχώνευση νικητών και νικημένων, Ασιατών και Ευρωπαίων σ’ ένα παγκόσμιο κράτος στηριγμένο στην ελληνική παιδεία, μ’ ένα κοινό μέσο συνεννόησης, την ελληνική γλώσσα, επιτυγχάνεται σε χρόνο ρεκόρ, 12 χρόνων και 8 μηνών, δηλαδή, τότε που ο Αλέξανδρος είχε γίνει 32 ετών.
Ο απόστολος Παύλος, ο απόστολος των εθνών, έρχεται μετά από τέσσερις περίπου αιώνες, ανταποκρινόμενος στη φωνή και στην πρόσκληση του Μακεδόνα, να ιδρύσει την παγκόσμια εκκλησία του Χριστού. Και το πετυχαίνει επειδή υπήρχαν τότε οι απαραίτητες ιστορικές προϋποθέσεις, δηλαδή το παγκόσμιο κράτος (ρωμαϊκό πλέον), η παγκόσμια γλώσσα (η ελληνική) και η παγκόσμια ειρήνη (Pax Romana), την οποία δεν πρόλαβε να προσφέρει ο Αλέξανδρος, δεν μπόρεσαν να την προσφέρουν ούτε οι διάδοχοί του και οι επίγονοι, αλλά την πρόσφερε η Ρώμη.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Έρχεται τώρα το μεγάλο ερώτημα: Είχε το έργο του Μ. Αλεξάνδρου έντονη σφραγίδα μεσσιανικότητας; Ή ακόμα περισσότερο: Είχε μήπως αυτός ο ίδιος συνείδηση μιας τέτοιας μεσσιανικότητας; Αν και από τη φύση τους, τα ερωτήματα αυτά, ιδιαίτερα το δεύτερο, δεν δέχονται δογματισμούς και αφοριστικές διατυπώσεις, όμως θα αναφερθώ σε δύο γνώμες, από τις οποίες συντάσσομαι με τη δεύτερη.
Η πρώτη είναι η γνώμη ενός Αμερικανού αρχαιολόγου, του Unger, που στο έργο του «Η αρχαιολογία της Βίβλου» γράφει: «Τα σπέρματα της ελληνικής παιδείας που τα στρατεύματα του Μ. Αλεξάνδρου σκόρπισαν εδώ κι εκεί, έφεραν άφθονη συγκομιδή στα χρόνια του Ιησού, του Παύλου και των άλλων αποστόλων. Ήταν ένας από τους δρόμους που θα οδηγούσε στο πλήρωμα του χρόνου, τότε που ο Θεός εξαπέστειλε τον Γιο Του. Ο εθνικός Αλέξανδρος, κατά μια έννοια, είχε τόσο σαφή και μεγαλεπήβολο σκοπό στην προετοιμασία του δρόμου για τον Χριστιανισμό, όσο ο Χριστιανός Παύλος στο κήρυγμα και την εξάπλωσή του». Ενώ είναι οπωσδήποτε υπερβολή να δεχθούμε ότι ο Μ. Αλέξανδρος είχε «τόσο σαφή και μεγαλεπήβολο σκοπό όσο ο Παύλος», μπορούμε να συμφωνήσουμε παρ’ όλα αυτά, με τη γνώμη του Holzner, στο έργο του «Παύλος», όταν λέει ότι: «και οι πιο μεγάλοι άνθρωποι της ιστορίας, είτε Αλέξανδροι λέγονται είτε Καίσαρες, είναι πρόδρομοι που ανοίγουν το αυλάκι για να πέσει ο θείος σπόρος». Και πράγματι μια τέτοια συμβολή ποιος μπορεί να αρνηθεί στο γιο του Φίλιππου.
Όμως θα έπρεπε να πούμε λίγα ακόμα λόγια για τη γλώσσα εκείνη, που ξεκινώντας από μια αττική-ιωνική διάλεκτο, έγινε η «κοινή», η παγκόσμια ελληνιστική. Όσο επιβλητική και να ήταν η παρουσία της στο χώρο που καθιερώθηκε, δεν μπόρεσε παρά να υποστεί κάποιες αλλοιώσεις, όπως ακριβώς το φυτό στη μεταφύτευσή του και στον αγώνα προσαρμογής στο περιβάλλον. Έγινε η κοινή γλώσσα Ελλήνων, Αιγυπτίων, Ιουδαίων, Αράβων, Σύρων, Περσών και Βαβυλωνίων. Έτσι απλοποιημένη, έγινε ακόμα πιο κατάλληλη για τη μεγάλη της αποστολή, της παγκόσμιας χρήσης της. Και επειδή μέχρι την εποχή του Χριστού παρέμεινε καθαρή από ξένες λέξεις, έγινε ένα εξαιρετικό όργανο απλής, καθαρής και δυνατής έκφρασης. Τρανή απόδειξη τούτου είναι η Καινή Διαθήκη, που οι υψηλές ηθικές της έννοιες εκφράστηκαν με αυτή την εξομαλυσμένη και απλή γλώσσα. Στη γλώσσα αυτή, όπως ήδη είπαμε, μεταφράστηκαν οι Εβραϊκές Γραφές. Στη γλώσσα αυτή γράφτηκε η Καινή Διαθήκη. Στη γλώσσα αυτή κηρύχθηκε το Ευαγγέλιο. Στη γλώσσα αυτή άνθισε η πρώτη χριστιανική φιλολογία. Από αυτή τη γλώσσα σήμερα μεταφράζεται σε χιλιάδες γλώσσες και διαλέκτους ολόκληρη η Αγία Γραφή, ή βιβλία της.

Ο «ΑΝΔΡΑΣ Ο ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ»
Έπειτα από την περίλαμπρη ελληνιστική εποχή που ακολούθησε τους Πτολεμαίους, τους Σελευκίδες και τους Αντιγονίδες, τώρα όλα αυτά τα έχει σκεπάσει ή προσπαθούσε να τα σκεπάσει η νύχτα που είχε έρθει, με την ταπείνωση που είχε φέρει η ήττα του Περσέα στην Πύδνα το 168 π.Χ. και ο εξευτελισμός της διαίρεσης της κοσμοκράτειρας Μακεδονίας σε τέσσερα απομονωμένα εμπορικά, κοινωνικά κομμάτια υπόδουλης γης. Το 146 π.Χ., υπό τον Μόμμιο, η Μακεδονία, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα, ήταν ρωμαϊκή επαρχία, που τη διοικούσε Ρωμαίος ανθύπατος. Ο μακεδονικός χώρος έμοιαζε ένα ποδοπατημένο σταυροδρόμι των ρωμαϊκών λεγεώνων και ένα επανειλημμένο θέατρο πολέμων, που όμως δεν ήταν πια για τη δική της δόξα. Μέσα σ’ αυτή τη νύχτα ξεπρόβαλλε ο «άνδρας ο Μακεδόνας» (Πράξεις 16:9). Ποιος ήταν αυτός, δεν ξέρουμε. Η Βιβλική αφήγηση τον θέλει ανώνυμο κι όρθιο, ίσως και με απλωμένα χέρια, που περίμενε βοήθεια. Ήταν ένας Μακεδόνας, κάποιος μέσα από τους πολλούς, που αντιπροσώπευε όλη τη Δύση και ομολογούσε μέσα στη νύχτα, τη δική της νύχτα που την είχε τυλίξει. Έτσι, στο όραμα αυτό, τη στιγμή που η Δύση συναντήθηκε με την Ανατολή, η έκκληση του Μακεδόνα έγινε ο ούριος άνεμος που φούσκωσε τα πανιά κι άνοιξε το δρόμο στον Παύλο για να ακούσουν το Ευαγγέλιο από αυτόν όλα τα έθνη.
Αλλά ποιος ήταν αυτός ο Παύλος; Ο Παύλος, για να γίνει απόστολος των εθνών έπρεπε να είναι Ιουδαίος στην πίστη, Ελληνιστής στην παιδεία και Ρωμαίος στην υπηκοότητα. Το δεύτερο τού το πρόσφερε ο Μακεδόνας μαθητής του Αριστοτέλη. Η Ταρσός, στην οποία γεννήθηκε ο Παύλος ήταν στην εποχή του κέντρο που ακτινοβολούσε την ελληνιστική παιδεία, τη γλώσσα και την τέχνη. Έτσι, ο Παύλος έγινε ο μόνος αρμόδιος για να κινηθεί μέσα στον ελληνικό χώρο, να κηρύξει στην κοινή παγκόσμια γλώσσα, να περπατήσει την αυτοκρατορία του Ρωμαίου κατακτητή ελεύθερα, να σταθεί σε διεθνή λιμάνια, σαν τη Θεσσαλονίκη, τη Νικόπολη, την Κόρινθο, να απευθυνθεί σε Αθηναίους και να γράψει σε μια μόνη γλώσσα, σε εκκλησίες και της Ασίας και της Ευρώπης.
Όταν ο Παύλος απέπλευσε από την Τρωάδα ήταν Αύγουστος του 40 μ.Χ. Τη στιγμή που η αποστολική ομάδα (Παύλος, Λουκάς, Τιμόθεος και Σίλας) αποβιβαζόταν στη Νεάπολη, τη σημερινή Καβάλα, κάτι συγκλονιστικό και μοναδικό γινόταν για την ιστορία του κόσμου μας. Πριν από τέσσερις αιώνες η Δύση με τον Αλέξανδρο πρόσφερε στην Ανατολή την ελληνική γλώσσα, την ελληνική παιδεία, την ελληνική τέχνη. Τώρα η Ανατολή με το εκλεκτό της τέκνο τον Παύλο από την Ταρσό, πρόσφερε ό,τι πιο πολύτιμο θα μπορούσε να περιμένει η Δύση και ο κόσμος όλος: το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, που στη Α' επιστολή του Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς συνοψίζεται στα τρία αυτά στοιχεία: «Επιστρέψατε προς τον Θεό από τα είδωλα, για να δουλεύετε έναν Θεό ζωντανό και αληθινό και να προσμένετε τον Υιό του από τους ουρανούς» (1:9-10). Είναι το Ευαγγέλιο που κηρύχθηκε τότε σε όλη τη Μακεδονία και που σήμερα είναι ανάγκη να κηρυχθεί σε όλον τον κόσμο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Μακάρι σαν Έλληνες με τούτη τη βαριά κληρονομιά και τούτα τα μοναδικά προνόμια που έχουμε, να συνειδητοποιήσουμε τον ιστορικό μας ρόλο και να αναλάβουμε τις ιστορικές μας ευθύνες.
του Μ. Αγγελάτου

Δεν υπάρχουν σχόλια: